Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Limite - Mario Peixoto 1931

Ο Mario Peixoto έχοντας εμπνευστεί από το avant-guarde κίνημα της εποχής, παρόλο που ήταν μόνο 21 ετών, κατάφερε να γυρίσει μια εξαιρετική ταινία, της οποίας η αξία έχει αναγνωριστεί πλέον, με αποτέλεσμα να διεκδικεί ακόμα και τον τίτλο της καλύτερης βραζιλιάνικης ταινίας όλων των εποχών.
Με έναν άκρως ποιητικό τρόπο ο Peixoto στηριζόμενος κυρίως στην μαγεία της εικόνας δημιούργησε μια βουβή ταινία που συναρπάζει με την ομορφιά της αλλά και την σκηνοθετική της μαεστρία. Δυστυχώς ο Peixoto δεν έκανε άλλη ταινία στην ζωή του, άφησε όμως παρακαταθήκη στον παγκόσμιο κινηματογράφο το Limite.
Η υπόθεση της ταινίας, όπως άλλωστε ταιριάζει σε ένα avant-guarde εγχείρημα, μπορεί να είναι απλή αλλά όχι και ξεκάθαρη. Τρεις άνθρωποι βρίσκονται μέσα σε μια βάρκα που πλέει μέσα στο ωκεανό. Τι τους οδήγησε σε αυτήν δεν αναφέρεται. Ο θεατής καλείται να λύσει τον γρίφο της ιστορίας σταδιακά, μέσα από flash-back που αρχίζουν σιγά-σιγά να ξεδιπλώνουν τις προσωπικές ιστορίες των τριών ανθρώπων. Η ταινία είναι βουβή, οπότε καλούμαστε να ανακαλύψουμε τα ανθρώπινα συναισθήματα μέσα από τις κινήσεις και τις εκφράσεις τους. Μια έκδηλη απόγνωση χαρακτηρίζει και τους τρεις εξάπτωντας έτσι και την φαντασία του κοινού για το τι έχει προηγηθεί. Τα χωρίς λογική ή χρονική συνέχεια flash-back λειτουργούν όπως θα λειτουργούσαν άλλωστε και οι αναμνήσεις αυτών των παρατημένων πλέον από την ζωή ανθρώπων.
Οι εξαιρετικές εικόνες που δημιουργεί ο Peixoto αλλά και η ευρηματική χρήση της κάμεράς του μαγνητίζουν τον θεατή και τον υποχρεώνουν να μπει πλήρως μέσα στον υποτονικό και πλημμυρισμένο από την απόγνωση των ηρώων του ρυθμό της ταινίας. Έναν ρυθμό που υπαγορεύεται και από την εξαιρετικη επιλογή της μουσικής που ντύνει τα πλάνα από ονόματα όπως Borodin, Cesar Frank, Debussy, Prokofieff, Ravel, Eric Satie και Strawinsky. Είναι τόση η προσήλωση του Peixoto στην μουσική που μερικές φορές μοιάζουν τα πλάνα του χορογραφημένα, εντείνοντας έτσι τα συναισθήματα που προσπαθεί να περάσει με την εικόνα. Ειδικά οι μελωδίες του Gymnopédie από τον Eric Satie, στοιχειώνουν την ταινία, ενώ μέσα από την επανάληψη καταλήγουν να αποτελούν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της.
Ο Peixoto μελέτησε σε βάθος το avant-guarde κίνημα, όπως αποδεικνύει η σκηνοθεσία του. Η κάμερά του άλλες φορές σαν ένα μικρό παιδί παρακολουθεί απλά, καθημερινά αντικείμενα και την λειτουργία τους από διαφορετικές οπτικές γωνίες ενώ άλλες φορές αναλαμβάνει η ίδια τα ηνία στην αφήγηση εκμεταλλευόμενη το φυσικό περιβάλλον προκειμένου να περάσει το δικό της μήνυμα. Κοντινά πλάνα, out-of-focus, υπέροχα travelling, στροβιλισμοί και εξαιρετικά μακρινά, εναλλάσσονται στα χερια του Peixoto με έναν τρόπο που αποδεικνύουν ότι κατέθεσε την ψυχή του σε αυτήν την ταινία. Δεν αντιγράφει τους master του είδους. Δεν κάνει μια σύνοψη του avant-guarde κινήματος, την ώρα που ο αναδυόμενος ομιλών κινηματογράφος στρέφει την προσοχή του κοινού στους διαλόγους και όχι στην εικόνα. Κάνει βίωμα του ένα κινηματογραφικό είδος που αγαπάει πολύ και προσπαθεί να πει μέσα από αυτήν την φόρμα τρεις άκρως ανθρώπινες ιστορίες απόγνωσης και αυτοκαταστροφής.
Το τέλος της ταινίας βάσει της δικής μου ερμηνείας το βρήκα ιδιαιτέρως συγκινητικό, ενώ η γλυκιά μελωδία του Gymnopédie που έχει κολλήσει στο μυαλό μου αποτελεί το ιδανικό επισφράγισμα μιας πολύ καλής ταινίας που θα ικανοποιήσει όλους τους οπαδούς των avant-guarde ταινιών. Η μεγάλη της διάρκεια (κρατά 2 ώρες) θα αποτελεί σίγουρα έναν αποτρεπτικό παράγοντα για πολλούς, καθώς και το γεγονός ότι είναι μια αρκετά καταθλιπτική ταινία. Ένα δείγμα της ταινίας που βρήκα στο youtube θα σας δώσει μια πρώτη ιδέα και ελπίζω να σας εξάψει την επιθυμία για μια θέαση της.

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Enter the void - Gaspar Noe 2010


Κάθε ταινία του φαντάζει σαν ένα προσωπικό του στοίχημα με την 7η τέχνη. Το αν τελικά το κερδίζει ή το χάνει είναι μια καθαρά προσωπική υπόθεση του καθενός γιατί αυτό προστάζει άλλωστε ο κινηματογράφος του Noe. Οι ταινίες του είναι δύσκολες, απαιτητικές, προκλητικές, πειραματικές ως ένα βαθμό, γεγονός που τις καθιστά αντικείμενο λατρείας ή απέχθειας από το κοινό τους. Όντας ένας μεγάλος υποστηρικτής του κινηματογράφου του Noe, για ακόμα μια φορά έμεινα ενθουσιασμένος μετά την εκπληκτική κινηματογραφική εμπειρία που μου προσέφερε.
Αγαπημενα θέματα του Noe όπως η χρήση ναρκωτικών και αποκαλυπτικές σκηνές σεξ δεν θα μπορούσαν να λείψουν φυσικά απο την νέα του δημιουργία. Στο Enter the void όμως τα ναρκωτικά δεν είναι ένα στοιχείο του σεναρίου αλλά η ίδια η ταινία, η οποία είναι γυρισμένη με τέτοιον τρόπο που βάζει τον θεατή μέσα στο τριπάκι που βιώνει ο πρωταγωνιστής.
Ήδη από τους τίτλους αρχής ο Noe μας προιδεάζει για τον ρυθμό και το ύφος της ταινίας, παρουσιάζοντας μια γρήγορη μίξη χορευτικής μουσικής και ταχέως εναλλασσόμενων πολύχρωμων εικόνων. Είναι γυρισμένη σε "πρώτο πρόσωπο" καθώς βλέπουμε τα πάντα μέσα από τα μάτια του του Oscar, του πρωταγωνιστή, και παρακολουθούμε την εξέλιξη της τελευταίας βραδιάς της ζωής του. Ο Oscar είναι μικροέμπορος ναρκωτικών στο Τόκυο και ζει με την αδερφή του Linda που δουλεύει σαν στρίπερ. Έντονοι ρυθμοί, δυνατή μουσική και ναρκωτικά δημιουργούν μια άκρως εντυπωσιακή ατμόσφαιρα για τον θεατή φέρνοντας στο νου φυσικά και το εκπληκτικό video clip των Prodigy Smack my bitch up, που και αυτό είναι γυρισμένο με τον τρόπο αυτό. Το πραγματικό τριπάκι όμως ξεκινάει μετά τον θάνατο του Oscar, οπότε και υποτίθεται ότι πλέον βλέπουμε τα πάντα μέσα από την ψυχή του που ίπταται πάνω από το Τόκυο παρακολουθώντας τις εξελίξεις γύρω από τον θάνατό του αλλά και τις ζωές των γύρω του και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν αυτήν την κατάσταση.
Σαν να ζούμε μαζί με τον Oscar μια μεταθανάτια εμπειρία, κάνουμε μαζί του ένα υπνωτικό ταξίδι στο Τόκυο αλλά και τις αναμνήσεις του Oscar. Μεταφερόμαστε μπρος και πίσω στον χρόνο χωρίς τάξη και συνέχεια, όπως άλλωστε λειτουργούν οι αναμνήσεις. Με έναν άκρως ενδιαφέροντα οπτικά και αφηγηματικά τρόπο λοιπόν μαθαίνουμε όλα τα στοιχεία που μας βοηθάν να ταυτιστούμε ακόμα περισσότερο με τον πρωταγωνιστή και να νοιώσουμε τα έντονα συναισθήματά του. H αλλαγή της θέσης της κάμερας από το πρώτο πρόσωπο σηματοδοτεί και το περασμα αυτό, καθώς τώρα μαζί με τον Oscar ακολουθούμε κατά πόδας τον εαυτό του μέσα σε αυτό το ταξίδι στο παρελθόν του. Το τέλος είναι άκρως φιλοσοφικό προσπαθώντας να οδηγήσει τελικά τον προβληματισμό μας σε αρχετυπικά ερωτήματα για την ζωή και τον θάνατο.
Μπορεί κάποιος να θεωρήσει ότι η ταινία κρύβει ακόμα και θεολογικές ανησυχίες μιας και άλλωστε υποτίθεται ότι ακολουθούμε την ψυχή του Oscar. Είναι υπόθεση του καθενός πως θα ερμηνεύσει αυτήν την παράμετρο της ταινίας. Εγώ δεν ασχολήθηκα καθόλου με το θεολογικό κομμάτι της υπόθεσης, όντας ένα θέμα που δεν με απασχολεί. Την είδα περισσότερο σαν μια παραισθησιογόνα οπτική πάνω στην κινηματογραφική αφήγηση, που οδηγεί όμως σε έντονα φιλοσοφικά ερωτήματα.
Η σκηνοθεσία του Noe είναι φυσικά εκπληκτική. Τα υπέροχα travelling της κάμεράς του που έχουν χαρακτηρίσει και τις υπόλοιπες ταινίες του, στο Enter the void αποτελούν το μεγάλο ατού της ταινίας, υπαγορεύοντας τον ρυθμό της ταινίας και την υπνωτική της ατμόσφαιρα. Το μόνο μικρό της ελάττωμα είναι ίσως η μεγάλη της διάρκεια. Είναι πολύ δύσκολο να κρατήσεις έναν τέτοιο υπνωτικό ρυθμό εναλλασσόμενο από έντονες σκηνές για δυόμιση ώρες. Ο Noe το πέτυχε οριακά και πάνω που πήγαινα να σκεφτώ ότι μπορεί να με κουράσει λίγο, με ξανατραβούσε μεσα της. Δεν είμαι όμως και ο πιο αντικειμενικός κριτής του Noe, όντας μεγάλος οπαδός του, με αποτέλεσμα να φοβάμαι λίγο την αντίδραση του κόσμου ως προς την διάρκειά της.
Αποτελεί αναμφίβολα μια από τις ταινίες της χρονιάς για μένα.

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Sundance 2010

Ένα από τα καλύτερα φεστιβάλ του κόσμου με τα φετινά του βραβεία αποδεικνύει για ακόμα μια φορά γιατί αξίζει της προσοχής κάθε σινεφίλ πάνω σε αυτόν τον πλανήτη. Το Winter's bone της Debra Granik κέρδισε το μεγάλο βραβείο του φεστιβάλ ενώ το Animal Kingdom του David Michod από την Αυστραλία το μεγάλο βραβείο του κοινού. Και οι δυο ταινίες είναι φωτεινά παραδείγματα της ποιότητας που έχει να επιδείξει ο σύγχρονος ανεξάρτητος κινηματογράφος.
Μια σύγκριση μεταξύ των δύο είναι αναπόφευκτη όχι μόνο διότι έφυγαν με τα δύο μεγαλύτερα βραβεία από το Sundance, αλλά κυρίως λόγω μιας κοινής θεματικής που χαρακτηρίζει και τις δυο. Ασχολούνται και οι δύο με τα αδιέξοδα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι έφηβοι πρωταγωνιστές τους μέσα σε έναν ασφυκτικά περιορισμένο κόσμο που οι μεγαλύτεροι τους κληροδότησαν. Το περιβάλλον μέσα στο οποίο καλούνται να ζήσουν έχει καθοριστεί πλήρως από τους γονείς, την ευρύτερη οικογένειά τους και την κοινωνία ολόκληρη, ενώ αυτοί χωρίς να βρίσκουν καμία διέξοδο από την φυλακή ουσιαστικά στην οποία βρίσκονται προσπαθούν να επιβιώσουν. Έντονο το κοινωνικό σχόλιο και των δύο ταινιών αναφορικά με τον κόσμο που οι μεγαλύτερες γενιές έχουν δημιουργήσει αλλά και την δομή της κοινωνίας που καταδικάζει παιδιά σαν αυτά να παρατήσουν κάθε όνειρο, κάθε προσωπική φιλοδοξία και ουσιαστικό δικαίωμα στην ευτυχία.
Στο Winter's bone η πρωταγωνίστρια αποφασίζει να σταθεί στα πόδια της και να παλέψει με όλες της τις δυνάμεις προκειμένου να φροντίσει τα δύο μικρότερα αδέρφια της τώρα που ο πατέρας της έχει εξαφανιστεί. Το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται είναι ιδιαίτερα σκληρό, αποτελούμενο από άτομα του υποκόσμου που δεν διστάζουν να αφαιρέσουν ανθρώπινες ζωές προκειμένου να διασφαλίσουν την συνέχεια των παράνομων ενασχολήσεών τους. Είναι όμως και οι ίδιοι αποκλεισμένοι μέσα στη ζωή τους, καθώς αναγκάζονται να ζουν μια ζωή μέσα στην ανέχεια, όντας συνεχώς σε επιφυλακή ακόμα και απέναντι σε άτομα της ίδιας της οικογενείας τους. Τα άγρια τοπία των αμερικάνικων βουνών μέσα στα οποία εξελίσσεται η ιστορία αντανακλούν πλήρως και την αγριότητα των ανθρώπων που κατοικούν σε αυτά.
Στο Animal kingdom ο δεκαεξάχρονος πρωταγωνιστής είναι καταδικασμένος ουσιαστικά να ζήσει μια δύσκολη ζωή, μεγαλωμένος είτε σε αναμορφωτήρια είτε από την ναρκωμανή μητέρα του. Μετά τον θάνατό της λοιπόν, ο πρωταγωνιστής δεν ακολουθεί τον δρόμο που ακολούθησε η πρωταγωνίστρια στο Winter's bone. Είχε ήδη παραιτηθεί ως ένα βαθμό από τη ζωή, απλά παρατηρώντας την μητέρα του να οδεύει προς την καταστροφή της. Ψάχνει έτσι έναν νέο προστάτη, την γιαγιά του, η οποία μένει μαζί με τους θείους του. Δεν είναι όμως μια τυπική οικογένεια μιας και έχουν συστήσει μια οικογενειακή μαφιόζικη οργάνωση με την αστυνομία να τους παρακολουθεί κάθε στιγμή προκειμένου να βρει την πρώτη ευκαιρία για να σταματήσει την δράση τους. Ακολουθεί και παρακολουθεί ο πρωταγωνιστής ενώ σύντομα βρίσκεται στη μέση αυτής της διαμάχης μη γνωρίζοντας πιο μέρος πρέπει να πάρει, πιο είναι το σωστό και πιο το λάθος. Το ζήτημα είναι ότι όποιο δρόμο και να διαλέξει πάλι σε αδιέξοδο θα βρεθεί. Ένα αδιέξοδο που άλλοι έχτισαν για αυτόν, αλλά αυτός καλείται να το αντιμετωπίσει.
Αυτή ειναι και η μαγεία των δύο ταινιών. Μετά το τέλος τους, δεν μπορείς παρά να αναλογίζεσαι πιο τελικά θα είναι το μέλλον αυτών των παιδιών αλλά και τόσων άλλων που βρίσκονται εγκλωβισμένα σε παρόμοιες καταστάσεις. Έντονα συναισθηματικές ταινίες και απόλυτα ανθρώπινες, κάτι που βγαίνει όχι μόνο από το σενάριό τους αλλά και τον τρόπο κινηματογράφισής τους. Σκηνοθετημένες και οι δύο με ένα σύγχρονο, επικεντρωμένο στα συναισθήματα και τις αντιδράσεις των ανθρώπων τρόπο, βγάζει η καθεμία τους με τον δικό της τρόπο μια σκληράδα που τελικά σε συνεπαίρνει και σου εντείνει όλα όσα αισθάνεσαι βλέποντάς τες.
Εξαιρετικές οντας και οι δύο δεν ξέρω ποια είναι καλύτερη από την άλλη. Ποντάρουν και οι δυο στις εξαιρετικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών τους και κερδίζουν και οι δυο το στοίχημα, αν και η Jennifer Lawrence του Winter's bone σίγουρα θα σας συναρπάσει.

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Film Socialisme - Jean Luc Godard 2010


Ο σχεδόν 80χρονος πλέον Godard συνεχίζει να πειραματίζεται με την τέχνη του σινεμά με το πάθος ενός νέου δημιουργού. Όντας ο άνθρωπος που κατάφερε να επαναπροσδιορίσει μαζί με τους υπόλοιπους σκηνοθέτες της Nouvelle Vague την έννοια και το περιεχόμενο του κινηματογράφου, δεν έχει επαναπαυθεί ούτε στιγμη, αλλά εξακολουθεί να αναζητά το πραγματικό νόημα του κινηματογράφου αλλά και του ίδιου του πολιτισμού.
Το τελευταίο του πόνημα, το Film Socialisme, δεν είναι μια τυπική ταινία. Αλλά και πάλι ποιος θα περίμενε μια τυπική ταινία από τον Godard; Έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι είναι ικανός να δημιουργήσει αριστουργήματα όταν αποφασίζει να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο ακολουθώντας τους κανόνες του, ή τουλάχιστον κάποιους από αυτούς. Η αποδόμηση όμως της κινηματογραφικής φόρμας είναι αυτό που τον έχει καταστήσει τόσο μοναδική προσωπικότητα στον χώρο του κινηματογράφου. Έτσι και το Film Socialisme είναι ένα δοκίμιο πάνω στην 7η τέχνη μέσω του οποίου προσπαθεί να κάνει και μια σκληρή κριτική στον σύγχρονο πολιτισμό του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού και της πνευματικής ισοπέδωσης. Ένα ταξίδι στη Μεσόγειο του δίνει την δυνατότητα να στοχαστεί πάνω στον σύγχρονο πολιτισμό, σε παλιές και σύγχρονες τραγωδίες, στον μύθο και την πραγματικότητα. Τουλάχιστον αυτή φαίνεται να είναι η πρόθεσή του.
Η ταινία είναι πλήρως αποσπασματική. Μικρά πλάνα μερικών λεπτών ή και δευτερολέπτων εναλλάσσονται συνεχώς όντας όμως εντελώς ασύνδετα μεταξύ τους. Σε κάθε εναλλαγή πλάνου ο Godard παίζει με όλα τα μέσα που διαθέτει. Χρησιμοποιεί από κάμερες υψηλής ευκρίνειας μέχρι πλάνα από κάμερες κινητών τηλεφώνων ή καμερών ασφαλείας και παρεμβάλλει αρχειακά πλάνα από τον Β' ΠΠ ή από παλαιότερες ταινίες. Ο ήχος δεν συνδέεται πάντα με την εικόνα. Υπάρχουν στιγμές που ένας διάλογος ενός πλάνου συνεχίζει και στο επόμενο παρόλο που το σκηνικό έχει αλλάξει. Ο ήχος της θάλασσας εναλλάσσεται με δυσνόητους διαλόγους, απαγγελίες ποιημάτων ή αποφθεγμάτων ή απλώς με την φασαρία του κόσμου, ενώ μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα μπορεί να ξεκινήσει μια άλλη αφηγηση που πολύ γρήγορα θα κοπεί πάλι, συνεχίζοντας αυτό το παιχνίδι του Godard με την εικόνα, τον ήχο και την κινηματογραφική αφήγηση. Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας παρακολουθούμε έτσι αποσπασματικά κάποιους ανθρώπους, χωρίς όμως να γνωρίζουμε ουσιαστικά κάτι για αυτούς. Τους χρησιμοποιεί μονάχα για να περάσει προς το κοινό κάποιες ιδέες, διδάγματα ή ιστορικές αλήθειες.
Η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε συνέχειας στην υπόθεση (που δεν υπάρχει), στον ήχο ή στην εικόνα καθιστά την ταινία εξουθενωτική για τον θεατή. Αν ήταν σκηνοθετημένη από κάποιον άλλο σκηνοθέτη, το πιο πιθανό είναι να μην είχε καμία τύχη ούτε καν σε ριζοσπαστικούς arthouse κύκλους. Τελικά όλο το βάρος της ταινίας προέρχεται από το όνομα του δημιουργού της. Ο Godard με μεθοδικότητα κατάφερε να χτίσει μια τεράστια φήμη γύρω από το όνομά του. Έχοντας γυρίσει πάνω από 90 ταινίες, έχει περάσει το μήνυμά του στο κοινό, ένα μήνυμα που δεν έχει διαφοροποιηθεί και πάρα πολύ από την δεκαετία του 1970. Ανήσυχο πνεύμα ο σκηνοθέτης, από τότε προσπαθούσε να βρει το νόημα της πολιτικής, της επανάστασης, του πολέμου αλλά και του ίδιου του πολιτισμού μας μέσω της εικόνας του. Λόγω της υπογραφής του λοιπόν, ο υποψιασμένος θεατής μπορεί να καταλάβει τις προθέσεις της ταινίας. Τίποτα παραπάνω όμως.
Και πιθανολογώ ότι αυτός είναι και ο σκοπός του Godard. Κάτι σχετικό είχε δηλώσει και ο ίδιος, ότι δηλαδή μια λέξη που εμφανίζεται στην οθόνη, είναι απλά μια λέξη, χωρίς κανένα απολύτως νόημα.
Ο Godard έκανε λοιπόν την επανάστασή του για ακόμη μια φορά αδιαφορώντας πληρως για το κοινό και την αντίληψη που έχει ο καθένας για τον κινηματογράφο. Ενδεικτικό είναι ότι σε μια πολύγλωσση ταινία, με κύρια γλώσσα τα γαλλικά αλλά με πολλούς διαλόγους στα γερμανικά ή και τα ρώσικα, επέβαλε τους δικούς του υποτίτλους, που μεταφράζουν μια δυο λέξεις από κάθε πρόταση ή διάλογο. Δεν ήλεγχε μόνο τις αισθήσεις μας, αλλά και την σκέψη μας, λέγοντάς μας ουσιαστικά τι να σκεφτούμε και πότε μέσα σε αυτό το δυσνόητο συνοθήλευμα εικόνων, ήχων και αποφθεγμάτων που δημιούργησε, που τελικά μπορεί και να μην είχε κανένα απολύτως νόημα. Αν θα αποτελέσει το κύκνειο άσμα του σκηνοθέτη, τότε η καριέρα του θα τελείωσει με μια ταινία ενδεικτική της καλλιτεχνικής του φύσης, μιας και ο ίδιος ήταν επαναστατικός, έξω από κανόνες, καλλιτεχνικά τολμηρός και πολλές φορές δυσνόητος, ψάχνοντας λύσεις σε σοβαρά ζητήματα μη μπορώντας όμως να βρει καμιά.
Δεν μπορώ να την προτείνω εύκολα σε κανέναν, παρά μόνο στους φανατικούς του Godard, που είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν, και σε όσους συνειδητοποιημένους σινεφίλ αποφασίσουν να τη δουν για "αρχειακούς" ενδεχομένως λόγους.