Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

Motforestilling - Erik Lochen 1972 aka Remonstrance


Επηρεασμένος από την Nouvelle Vague ο Νορβηγός Erik Lochen επιχειρεί να δημιουργήσει μια ταινία που συνεχίζει την προσπάθεια αποδόμησης της κινηματογραφικής τέχνης, αυτή τη φορά όμως εστιάζοντας στην λογική συνέχεια που θα πρέπει υποτίθεται να έχει μια ταινία κατά την προβολή της.
Που να φανταζόταν ο Erik Lochen ότι μόνο με την χρησιμοποίηση του dvd 30 χρόνια μετά την πρώτη προβολή της ταινίας του, το όραμά του θα μπορούσε να υλοποιηθεί.
Ο Lochen χωρίζει την ταινία του σε πέντε κομμάτια. Το κάθε κομμάτι αποτελούσε μια ξεχωριστή μπομπίνα χωρίς την γνωστή όμως αρίθμηση που βοηθάει τον υπεύθηνο της προβολής να βάλει σε μια σειρά τα κομμάτια της ταινίας και να ακολουθήσει έναν από τους πιο σταθερούς κανόνες της κινηματογραφικής τέχνης, αυτόν της λογικής συνέχειας της ταινίας με τον τρόπο που ο σκηνοθέτης επιλέγει. Στην περίπτωση αυτή ο Lochen άφηνε τον υπεύθυνο προβολής να αποφασίσει με ποια σειρά θα παίξει τις μπομπίνες, χωρίς να έχει καμία απολύτως σημασία αν ξεκινήσει με το τελευταίο κομμάτι που περιέχει τους τίτλους τελους ή τελειώσει την θέαση με τους τίτλους έναρξης. Ήθελε ο κάθε θεατής να έχει την δυνατότητα να δημιουργήσει όποιους συνδυασμούς επιθυμούσε, υποστηρίζοντας ότι κάθε διαφορετικός συνδυασμός των κομματιών της ταινίας παρουσιάζει μια διαφορετική ταινία με άλλο νόημα. 120 ταινίες δηλαδή σε μία. Στο dvd το οποίο σεβάστηκε την επιθυμία αυτή και το όραμα του Lochen, η ταινία είναι χωρισμένη στα πέντε αυτά κομμάτια και καλεί τον θεατή να αποφασίσει αυτή τη φορά με ποια σειρά επιθυμεί να να δει.
Φαντάζομαι ότι είναι κατανοητό σε όλους σας ότι όταν ένα σινεφρικιό σαν την αφεντιά μου μάθει για ένα τέτοιο πρωτότυπο κινηματογραφικό όραμα, δε μπορεί παρά να ενθουσιαστεί!
Ακολουθεί η ταινία πολλούς αφηγηματικούς δρόμους, γεγονός που της επιτρέπει να κρατάει και κάποιους απαραίτητους συνδετικούς δεσμούς μεταξύ των κομματιών. Η βασική ιστορία είναι αυτή ενός κινηματογραφικού πληρώματος που γυρίζει μια πολιτικοποιημένη ταινία με ίντριγκες, δολοφονίες και κατασκόπους. Μια δεύτερη ιστορία εξελίσσεται γύρω από το ειδύλειο που προκύπτει μεταξύ των δύο ηθοποιών που πρωταγωνιστούν στην ταινία που γυρίζουν. Παράλληλα, με έντεχνο τρόπο μπλέκει ο Lochen την πραγματικότητα με τα πλάνα της ταινίας που γυρίζουν, δημιουργώντας ένα σύμπλεγμα θεωρητικών συζητήσεων για την τέχνη, την πολιτική ή τον έρωτα που βλέπουμε την εξέλιξή τους είτε από απόψεις του πληρώματος να μετουσιώνονται σε πλάνα, είτε από πλάνα που έχουν ήδη γυριστεί να αποτελούν αντικείμενο ανάλυσης.
Είναι δύσκολη ταινία στην θέαση, όχι γιατί περιέχει βαθιά νοήματα και λεπτομερείς αναλύσεις δύσκολων θεωρητικών εννοιών, αλλά γιατί δυστυχώς ο σκηνοθέτης παρά τις ευγενείς προθέσεις του για δημιουργία ενός τόσο πρωτότυπου έργου που θα μπορούσε να λειτουργήσει όντως με 120 διαφορετικούς τρόπους, τελικά καταλήγει να μας παρουσιάζει μια καλλιτεχνική ταινία του Νέου Κύμματος που δείχνει να χάθηκε μέσα στον λαβύρινθο του οράματός του.

Την παρακολούθησα με πολύ ενδιαφέρον αναζητώντας νόημα σε κάθε σκηνή και προσπαθώντας να κολλήσω στο μυαλό μου τα πέντε διαφορετικά κομμάτια της ταινίας με κάθε δυνατό συνδυασμό. Δυσκολεύθηκα πάντως αρκετά στην κατανόηση του διαφορετικού νοήματος που θα μπορούσε να έχει τελικά η ταινία ανάλογα με την σειρά παρακολούθησής της.Ίσως φταίει η παρουσία του κινηματογραφικού πληρώματος σε όλα τα κομμάτια που σε πολλές στιγμές μου έφερε στο μυαλό ότι περισσότερο ταιριάζει η ταινία με ένα αρτιστίκ ντοκιμαντέρ του Νέου Κύμματος για το γύρισμα μιας άλλης ταινίας που όπως είναι φυσικό δεν ακολουθεί μια λογική συνέχεια στην επιλογή των σκηνών που γυρίζει καθημερινά, παρά με αυτό που ο Lochen υποστήριζε ότι δημιούργησε.
Πάντως αξίζει να της δώσει μια ευκαιρία κάθε κινηματογραφόφιλος που ενδιαφέρεται για τον πειραματικό κινηματογράφο.

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

The Funeral - Juzo Itami 1984 aka Ososhiki


Το Ososhiki αποτελεί τo σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ιάπωνα σκηνοθέτη Juzo Itami, γνωστού και από το Tampopo καθώς και το The taxi girl. Δεν είχα την ευκαιρία να δω άλλη του ταινία οπότε δεν ήξερα και τι ακριβώς να περιμένω, μιας και η μοναδική μου πληροφόρηση ήταν η παρουσία των ταινιών του αυτών σε λίστες Ιαπωνικών ταινιών που πρότειναν κινηματογραφικά περιοδικά και σινεφίλ.
Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα κωμωδία που ξεκινάει με τον θάνατο ενός ηλικιωμένου. Κεντρικός άξονας της ταινίας αποτελεί η κηδεία του άντρα αυτού και οι προετοιμασίες της όπως γίνονται από τα μέλη της οικογένειάς του που καταφθάνουν στο σπίτι του για να τον τιμήσουν. Έίναι ουσιαστικά μια κωμωδία καταστάσεων, της οποίας το χιούμορ όμως είναι πάρα πολύ διακριτικό, μελετημένο και στοχευμένο, παίζοντας με την λεπτομέρεια. Δεν υπάρχουν υπερβολές μέσα στην ταινία που αποσκοπούν στο να εκβιάσουν το γέλιο από τον θεατή. Το γέλιο έρχεται αβίαστα σε πολλά σημεία μέσα από καταστάσεις παναθρώπινες με τις οποίες όλοι μπορούμε να ταυτιστούμε και να τις αναγνωρίσουμε στο περιβάλλον μας και ιδίως στην οικογένειά μας. Είναι τόσο φυσικό και αυθόρμητο το ζεστό και πραγματικά εγκάρδιο χιούμορ της ταινίας που σε κάνει να αισθάνεσαι στο τέλος σαν μέλος αυτής της οικογένειας αισθανόμενος ότι έχεις δεθεί μαζί τους εφόσον έχετε μοιραστεί μαζί αυτή τη δύσκολη στιγμή της ζωής τους.
Η θεματική της ταινίας θυμίζει ιδιαίτερα τον κινηματογράφο που υπηρέτησε ένας από τους μεγάλους δημιουργούς του Ιαπωνικού κινηματογράφου, του Yasujiro Ozu, μιας και θέλει ο σκηνοθέτης να σατυρίσει την αλλαγή της ιαπωνικής κοινωνίας και την θέση που έχει πλέον η παράδοση σε μια μοντέρνα κοινωνία που όμως σέβεται το παρελθόν της.
Η ταινία χαρίζει άφθονα σκηνές που προκαλούν στον θεατή ένα γλυκό χαμόγελο, αρκετές στιγμές γέλιου, αλλά και βαθιά συγκίνηση με έναν πολύ άμεσο και ρεαλιστικό τρόπο, παίζοντας ουσιαστικά με τις γρήγορες εναλλαγές των συναισθημάτων αληθινών άνθρωπων σε ψυχολογικά φορτισμένες καταστάσεις.
Η σκηνοθεσία παίζει καταλυτικό ρόλο στην δημιουργία των συναισθημάτων που αποτελούν το ατού της ταινίας, ισορροπώντας ανάμεσα στην κομεντί και την καλλιτεχνική ταινία με έναν εξαιρετικό τρόπο αποδεικνύοντας το πολύπλευρο ταλέντο του Itami.
(Η πιο ελεεινή αφίσα που θα μπορούσε να έχει ποτέ ταινία)

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

The Messenger - Oren Moverman 2009


Ο Αμερικάνικος κινηματογράφος αποδεικνύει για μια ακόμα φορά ότι μπορεί να αντλήσει έμπνευση από τον πόλεμο, να τον αποδομήσει και να τον αναλύσει από κάθε δυνατή πλευρά του. Αυτή τη φορά ο Oren Moverman αντιμετωπίζει το ζήτημα του πολέμου στο Ιράκ από την σκοπιά δύο στρατιωτικών, του Woody Harrelson και του Ben Foster, που έχουν αναλάβει το θλιβερό καθήκον να ενημερώνουν τις οικογένειες των θυμάτων στο πεδίο της μάχης για τον θάνατο των αγαπημένων τους προσώπων (για να μην μείνουμε και με την εντύπωση ότι η δουλειά του Clooney στο Up in the air είναι η χειρότερη που μπορεί να έχει άνθρωπος).
Η ταινία αποτελεί ένα αντιπολεμικό σχόλιο, υπογραμμίζοντας την ματαιότητα αυτού του πολέμου βάζοντας τον θεατή να κρίνει τους λόγους που οδήγησαν την αμερική στον πόλεμο αυτό αντιπαραβάλλοντάς τους με το τίμημα που η αμερικανική κοινωνία καλείται να πληρώσει, δηλαδή την απώλεια τόσων ζωών. Αφήνει έξω από θεματική της ζητήματα πολιτικής, διεθνών σχέσεων και διεθνών οικονομικών που οδήγησαν στον πόλεμο, στοχεύοντας στην κατάδειξη ενός πιο ανθρώπινου αντιπολεμικού επιχειρήματος. Παρουσιάζει τους αμερικάνους στρατιώτες σαν αξιοπρεπή μέλη της κοινωνίας που από τις καταστάσεις ουσιαστικά εξαναγκάστηκαν να καταταγούν, είτε λόγω ανέχειας είτε λόγω της πλύσης εγκεφάλου που έχουν δεχτεί. Καταπληκτική η σκηνή που η χήρα αμερικανού στρατιώτη προσπαθεί να γλιτώσει κάποια νέα παιδιά από τα δίχτυα των στρατολογούντων αξιωματικών.
Η ανθρώπινη ψυχολογία είναι το κέντρο βάρους του πάρα πολύ καλού σεναρίου της ταινίας, δείχνοντας με πολύ ωραίο και ήπιο τρόπο την συναισθηματική κατάσταση των δύο ηρώων και την επιρροή που έχει πάνω τους αυτό το θλιβερό καθήκον, ποντάροντας περισσότερο στις εξαιρετικές ερμηνείες οι οποίες όμως προκύπτουν κυρίως μέσα από την σταδιακή και εσωτερική ανάπτυξη των χαρακτήρων και όχι μέσα από έντονες καταστάσεις.
Είναι πάρα πολύ έντονες οι σκηνές της ανακοίνωσης του θανάτου στις οικογένειες των θυμάτων, καταφέρνουν όμως ευτυχώς να λειτουργήσουν σαν μια αντιπολεμική κραυγή χωρίς να στοχεύουν σε μια εύκολη συναισθηματική φόρτιση.
Η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ του ήρωα που παίζει ο Ben Foster με την χήρα ενός στρατιώτη δίνεται με πολύ ωραίο τρόπο, καταδεικνύοντας τις ηθικές αναστολές και των δύο. Εξαιρετική για μια ακόμα μια φορά η Samantha Morton που μετά το Morvern Callar με έχει κερδίσει παντοτινά...
Μια ένσταση που έχω με την ταινία είναι ότι θα έπρεπε να υπάρχει λίγη παραπάνω ένταση ή τουλάχιστον περισσότερη σκηνοθετική άποψη ή ταχύτητα στις σκηνές του Ben Foster με την Samantha Morton που φάνηκαν κάπως υποτονικές ειδικά μετά την αντιπαραβολή τους με τις έντονες σκηνές της υπόλοιπης ταινίας. Είναι κρίμα γιατί θεωρώ και τους δυο καλούς ηθοποιούς που θα μπορούσαν να δείξουν πολύ περισσότερη χημεία μεταξύ τους.
Δεν αντιλήφθηκα ακριβώς τον λόγο της υποψηφιότητας του Woody Harrelson για oscar ερμηνείας, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι ήταν και κακός. Το σενάριο πάντως νομίζω ότι είναι εξαιρετικό και ίσως και το καλύτερο μιας και μιλάμε για τα oscar.

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Stesti - Bohdan Slama 2005 aka Something Like Happiness


Τσέχικη ταινία που κέρδισε την Χρυσή Αθηνά στο φεστιβάλ κινηματογράφου Νύχτες πρεμιέρας της Αθήνας. Μην έχοντας παρακολουθήσει ποτέ το εν λόγω φεστιβάλ από κοντά είναι ωραίο να παίρνω μια γεύση, έστω και από απόσταση, του σινεφιλικού κλίματος που επικρατεί στην Αθήνα κάθε Σεπτέμβριο.
Αποδείχθηκε ότι το Stesti ήταν μια πάρα πολύ καλή επιλογή της κριτικής επιτροπής για την απονομή της Χρυσής Αθηνάς.
Η ταινία είναι φεστιβαλική, αφού μόνο σε φεστιβάλ έχουμε την δυνατότητα να δούμε στο μεγάλο πανί τόσο ωραίες, απλές αλλά εξαιρετικά γοητευτικές ανθρώπινες ιστορίες από όλο τον κόσμο.
Ακολουθούμε την ζωή τριών νέων ανθρώπων στην μετακομμουνιστική Τσεχία και τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζουν προσπαθώντας να οργανώσουν τις ζωές τους και να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον.
Η Dasha, όντας ανύπαντρη μητέρα με δύο μικρά αγοράκια, προσπαθεί να φτιάξει την ζωή της και να παντρευτεί τον παντρεμένο με άλλη εραστή της. Μέσα σε αυτήν της την προσπάθεια όμως καταλήγει να χάσει τον εαυτό της. Η Monik ετοιμάζεται να ακολουθήσει τον αρραβωνιαστικό της στην Αμερική, μπλέκεται όμως συναισθηματικά όταν αναγκάζεται να πάρει την απόφαση να φύγει στην Αμερική ή να μείνει για να βοηθήσει τους αγαπημένους της στην Τσεχία. Ο Tonik παρόλο που είναι άφραγκος, προσπαθεί να κρατήσει το σπίτι του παππού του επηρρεασμένος από το συναισθηματικό δέσιμο που νοιώθει με το παρελθόν ακόμα και αν αυτή του η στάση τον οδηγεί σε ένα αβέβαιο και δύσκολο μέλλον. Δεν θα αναλύσω άλλο την ιστορία γιατί δεν θέλω να χαλάσω την ευχαρίστηση της θέασης μιας ταινίας που στηρίζεται στα ανθρώπινα συναισθήματα απέναντι στις καταστάσεις που η ζωή δημιουργεί.
Ο σκηνοθέτης θέλει να αποτυπώσει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέοι στην Τσεχία, αλλά και σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου, οι οποίοι ζουν σε ένα μέρος που δεν μπορεί να ικανοποιήσει τα όνειρά τους για μια καλύτερη ζωή. Παρόλη τη μετάβαση της Τσεχίας από ένα κομμουνιστικό κράτος σε ένα σύγχρονο δυτικό κράτος, η καθημερινή ζωή των ανθρώπων λίγο έχει αλλάξει και η επιθυμία των νέων για την ανεύρεση ενός καλύτερου μέλλοντος κάπου αλλού εξακολουθεί να υπάρχει και να τους βασανίζει. Για αυτό το λόγο επιλέγει ο σκηνοθέτης να δείξει μια γκρίζα, κρύα, φτωχή και καταθλιπτική πλευρά της Τσεχίας δημιουργώντας όμως μια έντονη αντίθεση αυτής με την ζεστασιά που κρύβεται στις καρδιές των ανθρώπων και την ακεραιότητα του χαρακτήρα τους.
Η κίνηση της κάμεράς του είναι εξαιρετική και καταφέρνει να απογειώσει μια απόλυτα ρεαλιστική ιστορία προσδίδοντάς της έναν ρομαντισμό και μια εσωτερική ζεστασιά που δεν μπορεί παρά να σε κερδίσει.

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010

Crazy Heart - Scott Cooper 2009


Από την πρώτη κιόλας σκηνή όπου εμφανίζεται ο Jeff Bridges, ο σκηνοθέτης φροντίζει να μας βάλει στο νόημα για το τι πρόκειται να παρακολουθήσουμε. Το Crazy Heart είναι η ιστορία ενός ξεπεσμένου σταρ της κάντρι μουσικής, ο οποίος στην ηλικία των 57 ετών έχει καταλήξει να παίζει σε αίθουσες μπόουλινγκ για μερικές δεκάδες ντόπιους κατοίκους των πόλεων που περιλαμβάνονται στην περιοδεία που κάνει με το 30 ετών αυτοκίνητό του. Εκεί που όλα φαινόταν στάσιμα στη ζωή του, σε μια συναυλία στη Santa Fe γνωρίζει μια νεαρή δημοσιογράφο (την Maggie Gyllenhaal) με την οποία αναπτύσσεται ένα ειδύλιο το οποίο πρόκειται να τον αλλάξει ριζικά.
O Jeff Bridges ζωντανεύει τον χαρακτήρα του αλκοολικού Bad Blake με έναν αριστοτεχνικό τρόπο, αποδεικνύοντας ότι πραγματικά εξελίσσεται σε έναν ηθοποιό που μπορεί να μεγαλουργήσει στους ρόλους του. Όλη η ταινία βασίζεται πάνω στην ερμηνεία του Jeff Bridges και αυτός βγάζει ασπροπρόσωπο τον σκηνοθέτη του δίνοντας την κορυφαία ίσως ερμηνεία της χρονιάς.
Το σενάριο της ταινίας δεν έχει να προσφέρει πάρα πολλά στον θεατή. Δεν υπάρχουν συναισθηματικές εξάρσεις, δράματα, μεγάλες ψυχολογικές διακυμάνσεις ή σκηνές απόλυτης καταστροφής από το ποτό. Επιλέγει να ακολουθήσει μια πιο ρεαλιστική αντιμετώπιση της κατάστασης. Την ίδια αίσθηση αφήνει και η σκηνοθεσία του Scott Cooper η οποία είναι πολύ διακριτική εμμένοντας σε μια απλή αποτύπωση της πραγματικότητας. Ενώ αυτό θα μπορούσε να είναι κάτι πολύ καλό αν γινόταν βεβαίως λίγο διαφορετικά, καταλήγει να αποτελεί μειονέκτημα στην ταινία. Όλο το βάρος πέφτει στους ώμους του Jeff Bridges, ο οποίος καταφέρνει και με το παραπάνω να ανταποκριθεί σε αυτήν την πρόκληση δίνοντας μια κορυφαία ερμηνεία με την κάθε κίνηση του κορμιού του και με κάθε σχεδόν δακρυσμένο από την ντροπή βλέμμα του, που θα μπορούσε να είχε απογειωθεί όμως εφόσον και η υπόλοιπη ταινία ήταν σε ανάλογο επίπεδο. Σε λίγο καιρό θα θυμόμαστε την ερμηνεία του αλλά όχι απαραίτητα και την ταινία η οποία χάνει τελικά το στοίχημα ποντάροντας πάρα πολλά σε έναν μόνο χαρακτήρα, όσο καλά και αν καταφέρνει να τον αποτυπώσει και να τον εξελίξει.

Ούτε η ερμηνεία της Maggie Gyllenhaal αποδεικνύεται αντάξια του συμπρωταγωνιστή της με αποτέλεσμα να φαίνεται πολύ μικρή στην αναπόφευκτη σύγκριση που κάνει μέσα στο μυαλό του ο θεατής.
Η μουσική από την άλλη είναι εξαιρετική χωρίς να απαιτεί από τον θεατή να είναι εξοικειωμένος με την κάντρι μουσική για να την εκτιμήσει. Εξαιρετικοί στίχοι όπως: "Funny, I fall and it feels like flyin' for a little while" δείχνουν να είναι βγαλμένοι μέσα από την ψυχή του Bad Blake.
Έχοντας πάντως στο νου μου την αυθεντική φιγούρα του Jeff Bridges και το εξαιρετικό The Weary Kind ακόμα να αντηχεί στα αφτιά μου, προς το παρόν έχω καλές αναμνήσεις από την ταινία προσπαθώντας να ξεχάσω μια κάποια πικρία και απογοήτευση για το συνολικό αποτέλεσμα.

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

The Wrestler and the Clown - Boris Barnet & Konstantin Yudin 1957


Ο Σοβιετικός κινηματογράφος μας έχει προσφέρει απλόχερα πλήθος αριστουργημάτων και πολλά ονόματα σκηνοθετών των οποίων το όνομα αποτελεί εγγύηση ποιότητας για οποιαδήποτε ταινία τους. Ο Boris Barnet είναι ένας από τους σχετικά γνωστούς σκηνοθέτες της Σοβιετικής Ρωσίας του οποίου το έργο όμως ποτέ δεν είχα καταφέρει να δω, παρόλο που είχα διαβάσει αρκετά διθυραμβικά σχόλια για μερικές ταινίες του. Το The Wrestler and the Clown ή αλλιώς "Borets i kloun" στα ρώσικα, ήταν μια από αυτές τις ταινίες.
Ο Jean-Luc Godard σχολιάζοντας το έργο του Boris Barnet είχε δηλώσει ότι μόνο αν έχει κάποιος καρδιά από πέτρα δεν θα καταφέρει να εκτιμήσει το έργο του, ενώ αναφερόμενος στην ταινία αυτή είχε επαινέσει τα κοντινά του Barnet καθώς και την κίνηση της κάμεράς του που χαρακτηρίζεται από χάρη και ακρίβεια αναδεικνύοντας έτσι το έμφυτο αφηγηματικό του ταλέντο. Εμμένω αναγκαστικά στον Barnet στην ανάλυση αυτή μιας και αυτός αποτελεί το μεγάλο σκηνοθετικό όνομα της ταινίας χωρίς να είμαι σε θέση να γνωρίζω την συμβολή του Konstantin Yudin τον οποίο και δεν έχω ξανακούσει.

Η υπόθεση διαδραματίζεται στην Ρωσία στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα και ακολουθεί την πορεία της ζωής του παγκόσμιου πρωταθλητή στην πάλη Ivan Maximovich Poddubny, ο οποίος στην Ρωσία της εποχής θεωρούνταν λαϊκός ήρωας, και την φιλία του με έναν άλλο διεθνώς γνωστό καλλιτέχνη, τον κλόουν Anatoli Leonidovich Durov. Φόντο της ιστορίας τους αποτελεί ένα τσίρκο, που την εποχή εκείνη αποτελούσε την μοναδική ίσως ελπίδα για όλα τα ανήσυχα πνεύματα να διαπετεύσουν από την αγροτική ζωή και να ακολουθήσουν τα όνειρά τους.
Η ταινία, όπως είναι άλλωστε φυσικό και αναμενόμενο, είναι στρατευμένη εξυπηρετώντας την επιθυμία και του σοβιετικού καθεστώτος να επηρρεάζει τις λαϊκές μάζες προσφέροντάς θεάματα και ψυχαγωγία που περνάνε μυνήματα υπέρ του κομμουνισμού και κατά του προηγούμενου τσαρικού καθεστώτος. Το βασικότερο αρνητικό της ταινίας αυτής είναι η προσπάθεια από την πλευρά των δημιουργών της να γίνει αρεστή στις μεγάλες μάζες της ρωσικής αγροτικής επαρχίας με αποτέλεσμα να χρησιμοποιηθούν πολλά στερεότυπα και απλοϊκοί συμβολισμοί προκειμένου να περάσει το μήνυμά της η ταινία σε όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο.
Ο χαρακτήρας του παλαιστή Ivan εκπροσωπεί την μεγάλη μάζα των Ρώσων αγροτών και εργατών πάνω στους οποίους στηρίχθηκε η Σοβιετική Επανάσταση, καθώς ο Ivan εμφανίζεται σαν ένας αμόρφωτος, εργατικός, δυνατός, κοινωνικός, αγαπητός σε όλους, δίκαιος άνθρωπος με αρχές, ο οποίος έχοντας δει την αγροτική και την εργατική ζωή επιθυμεί κάτι καλύτερο όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για όλους τους συναθρώπους του.
Ο κλόουν Durov από την άλλη εκπροσωπεί τους πιο καλλιεργημένους Ρώσους που έβαλαν με το έργο τους τα φυτίλια στις ψυχές των απλών ανθρώπων για την επανάσταση. Δεν δίσταζε να χρησιμοποιεί άμεσους και ξεκάθαρους συμβολισμούς εναντίον του τσαρικού καθεστώτος στο έργο του τους οποίους και υπερασπιζόταν με σθένος ακόμα και αν αυτό θα επέφερε την απόλυσή του μετά από πίεση των τσαρικών αρχών.
Η ατμόσφαιρα της ταινίας είναι αρκετά καλή, το ίδιο και η φωτογραφία που καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή. Τα βεβιασμένα όμως συναισθήματα που προσπαθεί να εξάγει από τους θεατές της η ταινία, η έντονη θεατρικότητα σε συνδυασμό με μια πομπώδη μεγαλοπρέπεια στις ερμηνείες (κυρίως αυτή του Stanislav Chekan που έπαιζε τον Ivan) και η σχεδόν αγιοποίηση των "καλών" Ρώσων σε αντίθεση με τους "κακούς" πλούσιους, αφαιρεί από την ταινία ένα μέρος της καλλιτεχνικής της αξίας φέρνοντας την ταινία πιο κοντά σε ένα είδος λαϊκού κινηματογράφου που μπορεί στην εποχή του να είχε απήχηση, σήμερα όμως νομίζω ότι μοιάζει λίγο ξεπερασμένος.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το στυλ του Boris Barnet γιατί και το The Girl with the Hat Box του 1927 μου είχε δημιουργήσει την αίσθηση ότι στόχευε σε εμπορική επιτυχία χωρίς να έχει στοιχεία που να μπορούν να το καταστήσουν αριστούργημα που θα αξίζει να προταθεί για θέαση στους λάτρεις του ρώσικου κινηματογράφου.
Χωρίς να αποτελεί κακή επιλογή για θέαση, δεν παύει να υστερεί σημαντικά απέναντι σε τόσες άλλες σοβιετικές ταινίες κατά την γνώμη μου, όχι όμως και του Godard... Όποιος τον εμπιστεύεται μπορεί να το τολμήσει. Οι υπόλοιποί θα έλεγα να δουν καλύτερα το The Forty-first του Grigori Chukhrai ή το The Cranes Are Flying του Mikhail Kalatozov που βγήκαν και την ίδια χρονιά πάνω-κάτω με το Wrestler and the Clown .

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010

Marie Baie des Anges - Manuel Pradal 1997


Τα χνάρια της Catherine Breillat ακολουθεί ο Manuel Pradal δημιουργώντας ένα σύμπαν με ανήλικα κατά κύριο λόγο αγόρια και κορίτσια που περνάν έντονες μέρες καλοκαιριού κάτω από τον καυτό μεσογειακό ήλιο στις γαλλικές παραλίες του νότου. Παρόλο το μικρό της ηλικίας τους, τα παιδιά αυτά εμφανίζονται πλήρως ελεύθερα από τον έλεγχο των ενηλίκων και άνετα ως προς την ξεδίπλωση της ανώριμης αλλά σεξουαλικά αφυπνισμένης προσωπικότητάς τους.
Ο έντονος ερωτισμός που διαπνέει όλη την ταινία αλλά και η παραβατικότητα των νέων είναι τα στοιχεία που παραπέμπουν περισσότερο στις ταινίες της Breillat, σε συνδυασμό με ένα σκηνοθετικό ύφος που ενώ θέλει να μείνει σε μια ρεαλιστική όσο γίνεται αποτύπωση της νεανικής επιπολαιότητας, ξεφεύγει σε πολλά σημεία σε αφαιρετικούς και ποιητικούς αφηγηματικούς τρόπους που προσδίδουν στην ταινία μια πιο καλλιτεχνική υφή.
Ο ηδονισμός με τον οποίο αντιμετωπίζει η κάμερα τα ηλιοκαμένα νεανικά κορμιά φέρνει στο νου και τον κινηματογράφο του Pazolini, δεδομένου ότι και σε αυτήν την ταινία όπως άλλωστε και στον Pazolini, οι περισσότεροι ηθοποιοί είναι ερασιτέχνες που ο σκηνοθέτης έβρισκε στο δρόμο. Παρά τις κινηματογραφικές αυτές αναφορές που αβίαστα μου ήρθαν στο μυαλό κατά την θέαση της ταινίας, δεν περιέχει καθόλου αποκαλυπτικές σκηνές, γεγονός που αναβαθμίζει ίσως και την σκηνοθεσία του Pradal ο οποίος πέτυχε να αποτυπώσει στην κάμερα σκηνές γεμάτες ερωτισμό κυρίως μέσω της ατμόσφαιρας που ο ίδιος δημιουργούσε εκμεταλλευόμενος την αγνή και αυθόρμητη σεξουαλικότητα που απέπνεαν οι 17χρονοι και 16χρονοι σεξουαλικά διψασμένοι πρωταγωνιστές του σε ένα καλοκαιρινό περιβάλλον.

Δεν ενδιαφέρθηκε να εξηγήσει την ιστορία του καθενός και τους λόγους που οδηγούν τους ήρωες σε παραβατικές πράξεις. Το αντιμετωπίζει σαν κάτι απόλυτα φυσιολογικό, σαν μια προέκταση του χαρακτήρα τους, ενώ μας αφήνει να βγάλουμε μόνοι μας τα συμπεράσματά μας για το κοινωνικό υπόβαθρο του καθενός. Παίζει πάρα πολύ με την επιρροή που έχει η ομάδα συνομηλίκων στο άτομο, παρουσιάζοντας τις κοπέλες σαν γυναίκες που αρέσκονται στο να προκαλούν τους άντρες και να παίζουν μαζί τους, και τα αγόρια σαν μια άγρια ομάδα που όταν μαζευτεί δεν αργεί να επιδοθεί σε βίαιες ή παραβατικές συμπεριφορές. Μόνο όταν οι δύο πρωταγωνιστές δραπετεύουν μακριά από την κοινωνία οι δυο τους, βγάζουν μια παιδικότητα που αρμόζει στην ηλικία τους, την οποία όμως πάλι χάνουν μόλις ξαναβρεθούν με κόσμο.
Η ταινία δημιουργεί ένα σκηνικό με όλα τα στερεότυπα που χαρακτηρίζουν το μεσογειακό καλοκαίρι μιας άλλης εποχής, γεγονός που μας δυσκολεύει να τοποθετήσουμε χρονικά την ταινία σε μια εποχή, λαμβάνοντας έτσι έναν πιο διαχρονικό χαρακτήρα.
Τα περιστατικά που διαδραματίζονται στην ταινία δύσκολα θα επιτρέψουν σε κάποιον να ταυτιστεί με τους ήρωες της ταινίας, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τον κινηματογράφο της Catherine Breillat. Ίσως για πολλούς αποδειχτεί δύσκολο ακόμα και να συμπαθήσουν κάποιους από τους χαρακτήρες. Αποτελεί όμως καλή επιλογή για όσους είναι διατεθειμένοι να αφεθούν στην μαγεία των εικόνων του Manuel Pradal χωρίς να ενδιαφέρονται να εξάγουν από την ταινία ηθικοπλαστικά διδάγματα, τους λάτρεις δηλαδή του νέου γαλλικού εξτρεμισμού στον κινηματογράφο με κορυφαίους εκπροσώπους τους
François Ozon, Gaspar Noé, Catherine Breillat, Bruno Dumont, Claire Denis, Leos Carax κ.α.

Ryan - Chris Landreth 2004



Ένα ψηφιακό animation για τον μεγάλο δημιουργό στο χώρο του animation Ryan Larkin, που δείχνει την εξέλιξη του animation αλλά και την ψυχοσύνθεση ενός καλλιτέχνη του οποίου η ευαισθησία τον οδήγησε στην καλλιτεχνική δημιουργία αλλά και την καταστροφή

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

Dandy - Peter Sempel 1988

Δεν πρόκειται για ένα μουσικό ντοκυμαντέρ αλλά για μια καλλιτεχνική αποτύπωση μιας ευρύτατης γκάμας εναλλακτικών δημιουργών τέχνης της δεκαετίας των '80s στη Γερμανία και όχι μόνο, που περιλαμβάνει μουσικούς όπως τον Nick Cave και τον Blixa Bargeld, New Wave τραγουδιστές όπως τον Dieter Meier των Yello, την Nina Hagen, την Lene Lovich, τον Campino των Die Toten Hosen αλλά και την τσελίστρια Imke Lagemann, την μπαλαρίνα Hellena Stemm και τον μεγαλύτερο ίσως Ιάπωνα χορευτή τον Kazuo Ohno.
Ο Blixa Bargeld είναι ο πρωταγωνιστής του καλλιτεχνικού αυτού δημιουργήματος του Sempel, ο οποίος επιλέγει να κινηθεί σε δρόμους σουρεαλιστικούς και πειραματικούς. Ο Blixa αποδεικνύει με την παρουσία του ή και την ερμηνεία του, όπου απαιτούνταν, πόσο μεγάλη μορφή είναι και πόσο ταλέντο και δυναμισμό κρύβει μέσα του. Κυρίως πάνω του στηρίζεται όλη ταινία καθώς αποτελεί τον κεντρικό ήρωα τον οποίο και παρακολουθούμε να εξελίσσεται, να ταξιδεύει, να αλλάζει ψυχοσύνθεση.
Η μουσική όλων αυτών των καλλιτεχνών ακούγεται καθόλη τη διάρκεια της ταινίας με τα τραγούδια όμως του Nick Cave να καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, παραδίνοντας μετά την σκυτάλη στη μουσική των Einstürzende Neubauten. Το πάθος και η
αναρχία της μουσικής αυτών των μουσικών συνδυαζόταν με την ηρεμία και την οργανωτική αρτιότητα πολλών κομματιών κλασικής μουσικής που έφερναν μια αντίθεση μέσω της οποίας βοηθούσαν τον Peter Sempel να καθοδηγήσει την σκέψη του θεατή προς μια πιο σοβαρή και αναλυτική αντιμετώπιση των οπτικών και ηχητικών ερεθισμάτων που του προσέφερε.
Δεν έχει ξεκάθαρο θέμα ή υπόθεση που μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτό. Σκοπός της είναι να θίξει ορισμένα ζητήματα όπως ο θάνατος, τα προσωπικά αδιέξοδα, τα ναρκωτικά, η θρησκεία και η εσωτερική αναζήτηση, χωρίς να παίρνει όμως θέση και να δημιουργεί διλήμματα. Δίνει το βήμα ο Peter Sempel στους καλλιτέχνες που φιλοξενεί στο έργο του να εκφραστούν δημιουργικά με τον τρόπο που ο καθένας επέλεγε. Έδώ ακριβώς έγκειται και το μεγαλείο της δουλειάς που έκανε ο Sempel στην ταινία αυτή. Δημιούργησε ένα σουρεαλιστικό σε διαλόγους και εικόνες βίντεο που θυμίζει τις δουλειές των καλύτερων του είδους όπως ο Man Ray. Παίζει με τα πλάνα του για να δημιουργήσει το σουρεαλιστικό αποτέλεσμα που επιθυμεί χρησιμοποιώντας μελετημένα κοντινά, ευρυματικές γωνίες λήψης αλλά και μακρινά ιδωμένα με μια νέα προοπτική του χώρου.
Αποτελεί μια ελεύθερη μεταφορά ή καλύτερα είναι στηριγμένο πάνω στο διήγημα του Βολταίρου Candide. Μην έχοντας διαβάσει το συγκεκριμένο διήγημα δεν μπορώ να κρίνω ούτε κατά πόσο έμεινε πιστός στον Βολταίρο αναφορικά με την θεματική τουλάχιστον του έργου, ούτε να κατανοήσω πλήρως τους συμβολισμούς και τις φιλοσοφικές κατευθύνσεις που προφανώς έχει προσαρμοσμένες όμως στην Γερμανία της δεκαετίας του 1980. Στο Candide πάντως ο Βολταίρος διαβάζω ότι μέσα από έναν σαρκαστικό τόνο σατυρίζει την θρησκεία, την πολιτική και την αισιοδοξία της οποίας υπέρμαχος και κοινωνός ήταν ο φιλόσοφος Gottfried Leibniz. Όπως ανέφερα και παραπάνω διακρίνονται μέσα στην ταινία κάποιες από τις θεματικές αυτές, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι από ένα σημείο και μετά δεν έχει νόημα να αναζητά κανείς στις πειραματικές ταινίες τους συμβολισμούς του δημιουργού, αλλά πρέπει να προσπαθήσει ο καθένας να ερμηνεύσει μόνος του τις εικόνες.
Ο Nick Cave πέρα από την παρουσία του σε μερικές σκηνές και την προσφορά των τραγουδιών του στο soundtrack, τραγουδάει το City of refuge και απαγγέλει ποίησή του. Ιδιαίτερη μνεία όμως θα πρέπει να κάνουμε και στον Kazuo Ohno, ψυχή του χορού Butoh, που σαγηνεύει με την παρουσία του παρουσιάζοντας δύο εξαιρετικά έντονα χορευτικά που μένουν στην μνήμη.

The Bright Star - Jane Campion 2009


Δεν πρόκειται για μια απλή ταινία εποχής, αλλά για μια σπουδή πάνω στο έργο και την προσωπικότητα του John Keats, ενός από τους μεγαλύτερους ρομαντικούς ποιητές του οποίου το έργο συγκρίνεται σε αξία πλέον ακόμα και με αυτό του Lord Byron. Ο John Keats δυστυχώς όσο ζούσε δεν γνώρισε την καλλιτεχνική αναγνώριση που άρμοζε στο ποιητικό του έργο με αποτέλεσμα να ζήσει τα λιγοστά χρόνια της ζωής του θεωρώντας τον εαυτό του μια αποτυχία. Ίσως όμως αυτές οι αγωνίες της ζωής του είναι που τον ώθησαν να βγάλει τόσο ρομαντισμό και αγνό συναισθηματισμό στα ποιήματά του που τον κατέστησαν στην πορεία έναν καλλιτέχνη με μεγάλη επιρροή και αναγνωρισμένη αξία.
Ο John Keats πέθανε σε ηλικία μόλις 25 ετών και η ταινία όντας βιογραφική μας περιγράφει τον έρωτα που αναπτύχθηκε μεταξύ αυτού και της Fanny Brawne στα 3 τελευταία χρόνια της ζωής του.
Η Jane Campion της οποίας το ταλέντο στην σκηνοθεσία είναι αδιαμφισβήτητο πλέον, δεν επιθυμεί να μας παρουσιάσει ακόμα έναν έρωτα ενός ποιητή της εποχής που συνήθως αποτυπώνεται στο κινηματογραφικό πανί μέσα από συναισθηματικές εξάρσεις, έντονα συναισθήματα, παθιασμένο έρωτα και καταστροφή από το πολύ πάθος και τις αρμόζουσες σε έναν καλλιτέχνη συχνές ψυχολογικές διακυμάνσεις. Αντιμετωπίζει τους ήρωές της με λεπτότητα, εμμένοντας κυρίως στους κοινωνικούς λόγους που δεν επέτρεπαν στην επισημοποίηση των συναισθημάτων τους, δηλαδή την οικονομική ανέχεια του Keats. Ούτε στηρίζει την ταινία της σε ρομαντικά πλάνα και σκηνές που θα μπορούσαν να αποτελούν το χρονικό της ανάπτυξης των συναισθημάτων των δύο ηρώων. Όλα έρχονται με μια φυσικότητα που καταλήγει να σε παρασύρει μέσω και του ρεαλισμού των καταστάσεων δοσμένων βέβαια με μια δόση ρομαντισμού.

Tόσο ο Ben Whishaw όσο και η Abbie Cornish ήταν εξαιρετικοί στους ρόλους τους αποδίδοντας αυτήν την απλότητα που και η Jane Campion θέλησε να αντικατοπτρίζεται στην σκηνοθεσία της. Ειδικά η Abbie Cornish αποτελεί ένα από τα ατού της ταινίας δίνοντας μια ερμηνεία βαθειά ανθρώπινη με την ανάπτυξη των συναισθημάτων και των σκέψεών της μέσα από τις κινήσεις και τα βλέμματά της χωρίς να έχει ανάγκη να τα εκφράσει με λέξεις.
Η ποίηση του Keats παίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στο έργο γνωρίζοντας στους περισσότερους από εμάς έναν εξαιρετικό ποιητή που ενδεχομένως να μην γνωρίζαμε. Εισχωρούσε όμως αρμονικά μέσα στους απλούς, καθημερινούς αλλά και έξυπνους διαλόγους χωρίς διαφαίνεται προσπάθεια από τη μεριά του σκηνοθέτη να "στριμώξει" μέσα στην ταινία και το έργο του Keats.
Η ανάγνωση του Ode to a Nightingale στους τίτλους τέλους από τον Ben Whishaw που έπαιζε τον John Keats στη ταινία με τη συνοδεία κλασικής μουσικής ήταν το καλύτερο τέλος που θα μπορούσε να έχει η ταινία προκειμένου να λυτρωθεί ο θεατής από την συναισθηματική κατάσταση που η Jane Campion τον οδήγησε αργά αλλά μεθοδευμένα στο τέλος της ταινίας. Παραθέτω και το σχετικό κομμάτι από το soundtrack για όποιον θέλει να συλλάβει μέσα σε λίγα λεπτά την καλλιτεχνική αξία της ταινίας αυτής.

The young Victoria - Jean-Marc Vallée 2009

Ο Jean-Marc Vallée είναι γνωστός από το εξαιρετικό δράμα ενηλικίωσης που γύρισε το 2005, το C.R.A.Z.Y. Η ταινία αυτή είχε έναν δικό της χαρακτήρα, αλλά και μια ορεξάτη, φρέσκια και μοντέρνα σκηνοθεσία που είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα τελικό σύνολο που κέρδισε τις καρδιές χιλιάδων θεατών σε πολλά φεστιβάλ όπου διακρίθηκε αλλά και στις κινηματογραφικές αίθουσες όπου και αγαπήθηκε.
Μετά από τόσα χρόνια λοιπόν ο Jean-Marc Vallée αποφάσισε φέτος να γυρίσει μια βιογραφική ταινία για τα πρώτα χρόνια βασιλείας της Βασίλισσας Victoria που κατέχοντας τον θρόνο της Αγγλίας για 63 χρόνια σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή. Δυστυχώς παρά τις προβλέψεις μου ότι το The young Victoria έχοντας την
υπογραφή του Jean-Marc Vallée δεν θα ήταν άλλο ένα δράμα εποχής που εύκολα ξεχνιέται, η ταινία καταλήγει να μην έχει καθόλου προσωπικότητα, γεγονός που σημαίνει ότι σύντομα θα βυθιστεί στη λήθη.
Φαίνεται ότι αφιέρωσαν περισσότερο χρόνο στην δημιουργία εντυπωσιακών σκηνικών και κουστουμιών παρά στην αναζήτηση ενός σοβαρού σεναρίου που θα μπορούσε να περιγράψει σε βάθος τις δολοπλοκίες που λάμβαναν χώρα στο περιβάλλον της νεαρής πριγκίπισσας και μετέπειτα βασίλισσας αλλά και τις προσωπικότητες των προσώπων που συμμετείχαν σ'αυτές, μη διστάζοντας να περάσει από έναν πρώιμο φεμινισμό σε μια φαινομενικά εύκολη παραδοχή της αδυναμίας της βασίλισσας να κυβερνήσει χωρίς σύζυγο στο πλάι της.
Κάποια από τα ιστορικά περιστατικά που περιγράφονται είναι σημαντικά για την ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας αλλά στην ταινία όλα παρουσιάζονται αρκετά επιφανειακά. Μεγαλύτερη βαρύτητα δόθηκε στην ερωτική ιστορία με τον Πρίγκιπα Αλβέρτο αλλά η σκηνοθεσία του Jean-Marc Vallée ήταν απλή και διεκπεραιωτική, καμία σχέση με το νεύρο που είχε αποδείξει ότι είχε στο C.R.A.Z.Y., με αποτέλεσμα να μην καταφέρει να μεταδώσει στον θεατή επιτυχημένα ούτε το ειδύλιο αλλά ούτε και το πνεύμα της εποχής παρόλη την καλή προσπάθεια των ηθοποιών.

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2010

Nine - Rob Marshall 2009

Πρώτα από όλα πρέπει να τονίσω ότι είμαι αρνητικά προδιαθετημένος απέναντι σε κάθε remake. Αν δεν έχεις έμπνευση και αποφασίζεις να κάνεις ένα remake χωρίς να του δώσεις μια νέα πνοή που να αντικατοπτρίζει μια νέα καλλιτεχνική ματιά πάνω σε ένα
κλασικό έργο, καλύτερα να κλειστείς στο καβούκι σου και να συλλογιστείς τι κάνεις λάθος και δεν έχεις καμιά καλύτερη ιδέα για να προωθήσεις την καριέρα σου. Αυτό το λέω γιατι τελευταία έχουμε πήξει στα άνευρα, ανάμπνευστα και βαρετά remake.
To Nine ευτυχώς δεν είναι ακριβώς remake, μιας και αναλαμβάνει να πει την ιστορία του 8 1/2 του Fellini σε εκδοχή μιούζικαλ. Η σύγκριση αναγκαστικά έρχεται στο μυαλό οποιουδήποτε έχει δει και τις δύο ταινίες, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι ενώ περίμενα το Nine να αποδειχθεί ιδιαίτερα μικρό απέναντι στο δημιούργημα του Fellini, τελικά έκανα λάθος. Αν έβλεπα το Nine στο γυμνάσιο οπότε και είχα πρωτοδει το 8 1/2, θα έλεγα ότι είναι και καλύτερο από το πρωτότυπο! Μου είχε φανεί τότε τελείως βαρετό και απορούσα γιατί ο Μπακογιαννόπουλος το είχε εκθειάσει στον πρόλογό του. Ακόμα θυμάμαι εκείνη μου την αντίδραση. Παρόλο λοιπόν που ούτε σήμερα δεν θεωρώ το 8 1/2 από τις καλύτερες ταινίες του Fellini, εντούτοις μια θέαση της ταινίας σε πιο ώριμη ηλικία με βοήθησε να καταλάβω την καλλιτεχνική της αξία και να αναθεωρήσω φυσικά την αρχική μου πρώιμη άποψη. Το Nine σου πετάει χωρίς φειδώ στη μούρη όλα τα νοήματα και τους προβληματισμούς που υπονοούσε πίσω από τις εικόνες ο Fellini. Αυτό γίνεται κυρίως μέσω των χορευτικών κομματιών της ταινίας. Κατανοώ ότι αυτός είναι ο τρόπος που δουλεύει το Hollywood, οπότε θα το σεβαστώ και θα περιοριστώ να πω ότι για αυτό το λόγο το Nine δεν θα μείνει στην ιστορία όπως το 8 1/2.
Ήταν πολύ καλή η δουλειά που έκανε ο Rob Marshall, διαψεύδοντας τις χαμηλές προσδοκίες μου από αυτόν μετά το αρκετά ηλίθιο Chicago. Δεν ξέρω αν έφταιξε ότι είχε να στηριχθεί σε γερές βάσεις αυτή τη φορά, αν και να πω την αλήθεια εξίσου γερή βάση αποτελούσε και το έργο του ιδιαίτερα ταλαντούχου Bob Fosse.
Έπαιξε πάρα πολύ με την γυναικεία σεξουαλικότητα ο Rob Marshall και τα κατάφερε περίφημα σε αυτό. Όλο το λαμπρό cast της ταινίας ήταν πιο σεξουαλικό και υπέροχο όσο ποτέ. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε η Cruz αλλά και η Fergie(!), η οποία ίσως και
λόγω σωματότυπου, ενσάρκωσε μια τελείως φελλινική γυναικεία φιγούρα που απέπνεε μια ωμή, ανεπιτήδευτη και ζωώδη σεξουαλικότητα που κατέστησε την ερμηνεία της ως Saraghina εξίσου αξιομνημόνευτη (καλά...τουλάχιστον στο περίπου) όσο και αυτή της αυθεντικής από την Eddra Gale στο 8 1/2. Έβγαλε σεξουαλικότητα ακόμα και από ηθοποιούς που στην πορεία της καριέρας τους έχασαν κάθε ίχνος αυτής που κάπου στην πορεία είχαν βρει (βλ. Nicole Kidman).
Εξαιρετικό cast με τον Daniel Day-Lewis ακόμα μια φορά να αποδεικνύει πόσο καλός ηθοποιός είναι, ωραία μουσική, ενθουσιώδη και παθιασμένα χορευτικά με μια σύγχρονη και φανταχτερή σκηνοθεσία είναι τα ατού της ταινίας που δεν θα απογοητεύσουν τους λάτρεις των μιούζικαλ ούτε θα κουράσουν όλους τους υπόλοιπους που λίγο βαριούνται τους πολλούς χορούς και τα τραγούδια στις ταινίες.
Η λίγο επιφανειακή όμως αντιμετώπιση του θέματος και ίσως η υπερπροσπάθεια του Rob Marshall να εντυπωσιάσει με φορέματα και σκηνικά, αφαίρεσαν από την ταινία την ποιότητα που όλοι είχαν προβλέψει για κάποιο λόγο πριν ακόμα βγει η ταινία, και δικαίως δεν αποτελεί υλικό για βραβεία. Προσφέρει πάντως απλόχερα μια δυνατότητα για ένα αισθαντικό και απολαυστικό δίωρο.

Syrinx - Ryan Larkin 1965


Μουσική από Claude Debussy, animation από Ryan Larkin. Εδώ ακριβώς φαίνεται το ταλέντο του Larkin, στο τέλειο πάντρεμα της κλασικής μουσικής με τα σκίτσα του και την δημιουργία μιας πολύ ωραίας ατμόσφαιρας στην περιγραφή της συνάντησης ενός σάτυρου με μια νύμφη του νερού.

Adam - Max Mayer 2009

Κάθε ρομαντική κομεντί που σέβεται τον εαυτό της έχει δύο όμορφους πρωταγωνιστές, έναν έρωτα, λίγα προβλήματα, μερικές συγγνώμες, λίγο σεξ που ποτέ δεν εμφανίζεται στην οθόνη, ωραία μουσικούλα, βάλε και κάτι στο πίσω μέρος να διαδραματίζεται και απαντά στο τέλος στην απορία μας αν θα μείνουν μαζί οι πρωταγωνιστές ή όχι.

Δεν ξεφεύγει ιδιαίτερα η ταινία αυτή από την κλασική φόρμουλα βάσει της οποίας έχουν γυριστεί τόσες και τόσες ρομαντικές κομεντί. Όπως καταλαβαίνεται η ταινία ακολουθεί την πορεία ενός έρωτα, στην προκειμένη περίπτωση μεταξύ του Adam που πάσχει από το σύνδρομο του Asperger και την νεοαφιχθείσας στην πολυκατοικία πανέμορφης γειτόνισσάς του.
Το σύνδρομο αυτό όπως μας εξηγεί στην ταινία είναι μια πολλή ήπια μορφή αυτισμού, που προσδίδει στους πάσχοντες μια δόση της ευφυίας που πάρα πολλοί αυτιστικοί έχουν στις ταινίες (λυπάμαι αλλά δεν ξέρω αν ισχύει αυτό και στην πραγματική ζωή), αφήνοντάς τους με μερικά προβλήματα κοινωνικοποίησης κυρίως που τους επιτρέπουν όμως να ζουν μια κανονική ζωή.
Τα λέω αυτά για να μην σας αποθαρρύνω από το να τη δείτε πιστεύοντας ότι περιγράφει η ταινία ένα ειδήλιο ανάμεσα στο Sam από το Ι am Sam ή τον Dustin Hoffman από το Rain man και μια κοπέλα. Μια χαρά είναι ο νεαρός (δεδομένων των συνθηκών πάντα).
Παραδέχομαι ότι το θέμα της ταινίας σε σχέση με τις υπόλοιπες κομεντί δεν είναι κάτι συγκλονιστικό και ρηξικέλευθο. Ο τρόπος όμως με τον οποίο μας παρουσιάζεται ο έρωτας αυτός οδηγεί την ταινία λίγο προς μια αίσθηση ανεξάρτητης παραγωγής, όχι πολύ εναλλακτική δυστυχώς αλλά όχι και τυπικό Hollywood. Δεν ήταν και (500) Days of Summer δηλαδή που με ενθουσίασε πραγματικά για το είδος του.

Οι ερμηνείες ήταν πολύ καλές με την ερμηνεία του Hugh Dancy να ξεχωρίζει γιατί φυσικά αυτός έπαιζε τον πάσχοντα από το σύνδρομο. Τον αντιμετώπισε ευτυχώς τον ρόλο με συνέπεια και αυτοσυγκράτηση χωρίς να καταφεύγει σε τυχόν υπερβολές που θα ξένιζαν.
Η σοβαρότητα στην σκηνοθεσία, το αρκετά προσεγμένο σενάριο, οι καλές μουσικές επιλογές κτλ καθιστούν τελικά την ταινία καλύτερη από πάρα πολλές ρομαντικές κομεντί που κυκλοφορούν. Η αλήθεια είναι ότι δεν αφήνει στον θεατή τόσο feelgood αίσθηση κατά την διάρκειά της όπως μια κομεντί οφείλει να κάνει αλλά ούτε έχει και την διάθεση να εξελιχθεί σε δράμα. Αυτό ίσως είναι και ένα ζήτημα που θα έπρεπε να λύσουν οι δημιουργοί της ταινίας και να αποφασίσουν τον χαρακτήρα που θα ήθελαν να δώσουν στην ταινία τους.

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

Invictus - Clint Eastwood


Η νέα ταινία του Clint Eastwood περιγράφει τα πρώτα χρόνια της προεδρίας του Mandela και την προσπάθειά του να εξευμενίσει λίγο τα πνεύματα και να μικρύνει το χάσμα επικοινωνίας που υπήρχε ανάμεσα στους λευκούς και τους μάυρους κατοίκους της Νότιας Αφρικής μέσω του ράγκμπι. Θεώρησε ο Mandela ότι η εθνική ομάδα ράγκμπι, που ήταν μια από τις μεγαλύτερες δυνάμεις παγκοσμίως, θα μπορούσε να ενώσει όλους τους κατοίκους και να τους βοηθήσει να ξεχάσουν το σκοτεινό παρελθόν τους.
Υποθέτω ότι για τους Νοτιοαφρικανούς η ταινία αυτή θα είναι μια πολύ φορτισμένη συναισθηματικά υπενθύμιση εκείνης της περιόδου της ιστορίας τους. Το σενάριο δεν επιθυμεί πάντως να αποτελέσει μια καταγραφή των τεράστιων αλλαγών που συνέβησαν στη χώρα, αλλά προτιμά να σκιαγραφήσει τις προσωπικότητες του Mandela και του αρχηγού της ομάδας ράγκμπι. Αν έλειπε αυτή η προσπάθεια αγιοποίησης προς το πρόσωπο του Mandela θα το πετύχαινε με πολύ καλύτερο τρόπο. Κατανοώ ότι η παρουσία του Mandela στην εξουσία της Νοτίου Αφρικής βοήθησε την χώρα να εξελιχθεί και να προοδεύσει, σε αντίθεση με όλες τις άλλες πρώην αποικίες στην Αφρική όπου μόλις έφυγαν οι λευκοί από την εξουσία, διεφθαρμένα καθεστώτα κατέλαβαν την εξουσία καταδικάζοντας τις χώρες τους σε ανέχεια. Πλέξε ένα εγκώμιο για τον Mandela αν θες, μην τον παρουσιάζεις σαν άγιο... Αυτό ήταν νομίζω και το σημαντικό πρόβλημα της ταινίας, ότι δηλαδή ήταν λίγο επιφανειακή όσον αφορά την ανάπτυξη των χαρακτήρων. Σε αυτό συνέβαλαν και οι ερμηνείες στην ταινία που ενώ ήταν καλές σε γενικές γραμμές, δεν ήταν σε τέτοιο επίπεδο που θα μπορούσαν να σου δείξουν περισσότερα για τον χαρακτήρα των ηρώων.

Πιστεύω πάντως ότι ο Clint Eastwood μας κακόμαθε τα τελευταία χρόνια με τις ταινίες που βγάζει με αποτέλεσμα να αφήνει μια αίσθηση το Invictus ότι ήταν περισσότερο διεκπεραιωτικό για να πει αυτήν την ιστορία και να δείξει το μεγαλείο του Mandela(!) και όχι ότι ήταν ακόμα ένα δημιούργημα ενός μεγάλου καλλιτέχνη όπως είναι ο Clint.
Δεν θα χαλάσει κανέναν η ταινία αλλά ούτε και θα ενθουσιάσει κανέναν.
Τον Matt Damon επιλέγω συνειδητά να μην τον σχολιάσω καθόλου γιατί δεν θα είμαι καθόλου αντικειμενικός μιας και ποτέ μου δεν τον χώνεψα.

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2010

Sisyphus - Marcell Jankovics 1974



Μιας και σχολίασα το μαρτήριο του Σίσυφου στην προηγούμενη ανάρτηση, ας δούμε και μια πολύ ωραία animated αποτύπωσή του, από τον Ούγγρο Marcell Jankovics

Woman in the Dunes - Hiroshi Teshigahara 1964


Κλασική πλέον ταινία του Ιαπωνικού κινηματογράφου, έχει αυτήν την αλληγορική υπόνοια που καθιστά την ταινία διαχρονική και αντάξια της φήμης της.
Λέω αλληγορική υπόνοια, γιατί η αλληγορία που περιέχει δεν είναι ευδιάκριτη. Υπάρχει αλλά δεν ξέρεις που ακριβώς να την τοποθετήσεις και προς ποια κατεύθυνση να την στρέψεις. Αυτό το επίτευγμα πάντως έχει την μαγεία να επιτρέπει στον κάθε άνθρωπο να αντιλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο την ταινία αυτή, γεγονός που συμβάλει ακόμα περισσότερο στην αξία της.
Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η ταινία σανμια ιδιαίτερη ερωτική ιστορία ανάμεσα σε έναν ερασιτέχνη εντομολόγο που πάει στην έρημο για να αναζητήσει έντομα και μια γυναίκα του χωριού που αρχικά τον φιλοξενεί. Η ιστορία βέβαια είναι πολύ πιο πολύπλοκη. Η γυναίκα έχει αναλάβει ένα δύσκολο και αέναο έργο, να φτυαρίζει
καθημερινά την άμμο προκειμένου να μην βυθιστεί σε αυτήν το σπίτι της το οποίο βρίσκεται στους πρόποδες ενός τεράστιου αμμόλοφου. Το έργο αυτό θυμίζει την τιμωρία του Σίσυφου καθώς θα πρέπει να συνεχίζεται συνεχώς ώστε να διακοπεί η επεκτατική τάση της άμμου. Για να την βοηθήσουν στο έργο της αυτό οι υπόλοιποι χωρικοί φυλακίζουν τον εντομολόγο στο σπίτι της με μόνη διέξοδο διαφυγής από τον λάκο στον οποίο βρίσκεται το περιτριγυρισμένο από άμμο σπίτι, μια ανεμόσκαλα που όμως έχουν αφαιρέσει. Θεωρούν ότι είναι ένα δώρο αυτό προς την γυναίκα που έχει αναλάβει το καθήκον να κρατάει την άμμο προκειμένου να μην καταπιεί στη συνέχεια και το υπόλοιπο χωριό.

Απομακρυσμένοι λοιπόν μέσα σε αυτό το φρούριο από άμμο παρακολουθούμε τις αλλάγές στην ψυχοσύνθεση του άντρα και την σταδιακή αλλαγή της νοοτροπίας του και τελικά του τι θεωρεί σαν λόγο και κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ταινία όμως δεν έχει μόνο δύο πρωταγωνιστές αλλά τρεις, με την άμμο να παίζει έναν πολύ σπουδαίο ρόλο στην ιστορία, να αντιμετωπίζεται μάλιστα από τον σκηνοθέτη σαν κάτι ζωντανό. Της δίνει χαρακτήρα μέσα από την εκπληκτική σκηνοθεσία του, αφήνοντάς της να εκπροσωπεί, ανάλογα με το τί ήθελε να δείξει, άλλοτε το σεξουαλικό πάθος, την οικειότητα, την αρρώστια ή την απειλή. Μοιάζει σαν η άμμος να καθοδηγεί τις αντιδράσεις των ηρώων και να τους τιμωρεί όταν παραστρατούν.
Η επιβλητική μουσική και η εκπληκτική σκηνοθεσία του Teshigahara δημιουργούν μια σκοτεινή σουρεαλιστική ατμόσφαιρα που σε παρασέρνει στην δίνη της. Δε ήταν άλλωστε τυχαίο ότι ήταν τόσος ο ενθουσιασμός για την σκηνοθεσία του που οδήγησε ακόμα και σε υποψηφιότητα για Oscar σκηνοθεσίας το 1965 γαι τον Teshigahara αν και Ιάπωνας σε Ιαπωνική παραγωγή.

Ο μόνος λόγος που δεν μπαίνει η ταινία αυτή στην λίστα με τις αγαπημένες μου ιαπωνικές ταινίες (αν υπήρχε κάτι τέτοιο) είναι ότι έχουν γυριστεί τόσα αριστουργήματα στο Νησί του Ανατέλλοντος Ηλίου που δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις στο τέλος.

1916 - Fabien Bedouel 2003



Ένα εξαιρετικό αντιπολεμικό animation του 2003 από την Γαλλία για τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Διαθέτει καταπληκτικά σκίτσα που παίζουν με τις φωτοσκιάσεις επιτυγχάνοντας έτσι την δημιουργία μιας άκρως ατμοσφαιρικής αλλά και καταθλιπτικής ατμόσφαιρας που φαίνεται να περιγράφει στην εντέλεια την αναμονή των στρατιωτών στο μέτωπο πριν το ξέσπασμα της μάχης. Ιδιαίτερα άγριο στις σκηνές μάχης και ολοκληρωτικά ανθρώπινο στην αποτύπωση της αγωνίας και των συναισθημάτων των στρατιωτών, καταφέρνει χωρίς να ακουστεί ούτε μια λέξη να μας βάλει σε 8 μόνο λεπτά μέσα στο μαύρο κλίμα της εποχής

Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2010

Daybreakers - Peter & Michael Spierig


H πραγματική αξία μιας ταινίας τρόμου δεν φαίνεται μόνο από την αγωνία, τον φόβο, την έκπληξη ή την χαρά του gore. Για να φτάσει στο επίπεδο να μείνει κλασική ή να φτάσει την καλλιτεχνική αρτιότητα των καλύτερων του είδους θα πρέπει να προσφέρει κάτι παραπάνω από ένα αιματηρό οφθαλμόλουτρο ή ωραία ατμοσφαιρικά σκηνικά. Θεμιτά και ποθητά για μια ταινία τρόμου είναι όλα αυτά, αλλά τώρα προσπαθώ να εξηγήσω τι είναι αυτό που έχει καταστήσει κλασικές ταινίες σαν το Night of the living dead του George Romero, το Invasion of the Body Snatchers και του Don Siegel και του Philip Kaufman (όχι την αηδία με την areyouKIDinMAN) αλλά και τόσες άλλες, που είναι ο συμβολισμός και τα βαθύτερα νοήματα που βγάζουν μέσα από horror καταστάσεις.
Το χειρότερο είναι όταν μια ταινία τρόμου καταλήγει σε ηθικά διδάγματα περί του πόσο βοηθάει η πίστη στον θεό, περί δίκαιης τιμωρίας λόγω έκλυτου βίου και άλλα τέτοια. Αν είναι έτσι προτιμώ να πέφτουν κεφάλια απλά για να το δείχνει η κάμερα.
Το Daybreakers όμως καταφέρνει αυτό που είναι το ιδανικό για μια ταινία τρόμου προκειμένου να κριθεί σαν ταινία και όχι σαν ταινία τρόμου. Το σενάριό της περιέχει συμβολισμούς που σου προκαλούν έντονα συναισθήματα όχι για αυτό που βλέπεις αλλά για αυτό που συμβολίζει, πράγμα δύσκολο για αυτό το είδος του κινηματογράφου.
Για να μπουν στο νόημα όσοι δεν την έχουν δει και δεν γνωρίζουν την υπόθεση, πρόκειται για την αποτύπωση ενός ζοφερού για την ανθρωπότητα μέλλοντος, όπου μετά από την εξάπλωση μιας επιδημίας το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων έχει μετατραπεί σε βαμπίρ. Με την πάροδο των ετών τα βαμπίρ αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της γης και χρησιμοποιούν τους εναπομείναντες ανθρώπους για την προμήθεια του απαραίτητου για την διατροφή τους ανθρώπινου αίματος.

Οι σεναριογράφοι και σκηνοθέτες, δηλ. τα αδέλφια Spierig, επέλεξαν να στρέψουν τα βέλη της κριτικής τους σε διάφορες πτυχές της ανθρώπινης φύσης και της κοινωνίας.
Η απληστία του ανθρώπου και η επιθυμία του να καταναλώσει για να επιτύχει την ευημερία που βλέπει γύρω του και τόσο πολύ επιθυμεί, χωρίς όμως να νοιαστεί για τις μακροπρόθεσμς συνέπειες είναι ίσως το σημαντικότερο σχόλιο που γίνεται στην ταινία. Αλλά και το κυνήγι ενός άπιαστου ονείρου για μια χλιδάτη ζωή με εξουσία και δύναμη ακόμα και αν αυτό με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί στον θάνατο και την καταστροφή, η απροθυμία των ανθρώπων να θυσιάσουν έστω και λίγο από αυτό που έχουν προκειμένου να διασφαλίσουν την ίδια την μελλοντική τους επιβίωση, η δίψα της εξουσίας και του κέρδους από τους κατέχοντες την εξουσία, ο χωρισμός του πληθυσμού σε κοινωνικές τάξεις θεωρούμενο ακόμα και σαν έγκλημα να προσπαθήσει κάποιος "κατώτερος" να επιθυμήσει όσα οι κατέχοντες απολαμβάνουν, είναι μερικά ακόμα από τα φιλοσοφικά σχόλια που άμεσα και αβίαστα προκύπτουν από το Daybreakers. Σε αφήνει με μια πικρία σχετικά με την ηλιθιότητα που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο γένος.
Όλα αυτά προσφέρονται απλόχερα στον θεατή και εμπλουτίζονται με μια σφιχτή και μοντέρνα σκηνοθεσία, καλογυρισμένες σκηνές δράσης, ωραία εφέ, καλές ερμηνείες και στιγμές αγωνίας που καθιστούν την θέαση της ταινίας απαραίτητη για κάθε φίλο των horror movies και μια καλή επιλογή για όλους τους υπόλοιπους.

Zombies

Μια ταινία με zombie, vampires ή ό,τι άλλο τέρας βάζει ο νους του κάθε σεναριογράφου, όσο βλακεία, προχειροφτιαγμένη, προβλέψιμη ή φτηνή και να είναι, εμένα πάντα θα με αφήσει ικανοποιημένο για τον χρόνο που της αφιέρωσα. Καταλαβαίνετε επομένως την χαρά μου για την μόδα των τελευταίων ετών να βγαίνουν πολλές τέτοιες ταινίες όχι μόνο από το Hollywood αλλά και τον Ευρωπαϊκό κινηματογράφο.

Πριν καμιά βδομάδα είδα το Mutants του David Morlet.
Αλλού κι αλλού οι Γάλλοι ξεκοιλιάζονται στο αίμα και το gore, χωρίς να νοιάζονται αν η ταινία είναι artistic δράμα ή κοινωνική αποτυπώνοντας τα πάντα καλοδεχούμενα σεξουαλικώς αποκλίνοντα γαλλάκια. Τώρα γιατί σε Γαλλική ταινία Zombie μου έλειψε το αίμα…δεν ξέρω. Είχε δεν αντιλέγω, και το τρέξιμο του το είχε, και τα αλαλάζοντα zombie τα είχε, και τον αποκλεισμό σε κτήριο τον είχε. Τι άλλο θέλω από μια ταινία zombie; Τίποτα. Τώρα που το σκέφτομαι όλα αυτά μου αρκούν.
Εδώ λοιπόν, σαν γαλλική ταινία, και ακολουθώντας την τελευταία τάση του γαλλικού κινηματογράφου να βγάζει πολύ καλά θρίλερ, είναι αρκετά ατμοσφαιρική, βρώμικη αλλά και πιο ρεαλιστική Zombie ταινία.

Προσπάθεί να δώσει κάτι νέο στην φιλολογία των zombie και ως ένα βαθμό το καταφέρνει. Τι νομίζατε, ότι τα zombie δεν έχουν εξελιχθεί από την εποχή του I walked with a zombie(ήταν η πρώτη αναφορά που θυμάμαι στον κινηματογράφο, αν και όχι όπως τα συνηθίσαμε μετά) ή του Night of the living dead (της επιτομής του είδους που δημιούργησε την σύγχρονή μας αντίληψη για τους ζωντανούς-νεκρούς); Ειδικά ο Romero έχει αποδείξει ότι όντως είναι ο πατέρας τους, εξελίσσοντάς τα σε κάθε ταινία του. Εδώ όμως μιλάμε για ευρωπαϊκό κινηματογράφο οπότε επόμενο ήταν ο προσανατολισμός να είναι πιο ανθρώπινος. Η δράση κινείται γύρω από ένα ζευγάρι που περιμένει να επέλθει η αργή και επώδυνη μεταμόρφωση, ελπίζοντας μέχρι το τέλος να υπερνικήσει η αγάπη τους τον ιό. Μπορεί να ακούγεται κάπως...γαλλικό όλο αυτό, η ταινία όμως σου προσφέρει αυτό που περιμένεις, έστω και με μια άλλη οπτική.

Μόλις είδα και την καινούρια ταινία του Joel Schumacher το Town Creek (aka Blood Creek). Έχει ταλέντο αυτός στη γρήγορη mainstream σκηνοθεσία. Ένα ναζί βαμπιροτέτοιο μαζί με κάτι ζομποτέτοια συνθέτουν το ατού αυτής της ταινίας. Βάζω και το «τέτοιο» μέσα στον χαρακτηρισμό γιατί δεν εμπίπτουν πλήρως στον ορισμό που ο Bela Lugozi και ο George Romero έδωσαν αντιστοίχως για τα αγαπητά μας τέρατα. Είναι περισσότερο μια προσπάθεια του σκηνοθέτη να δημιουργήσει κάτι σε λίγο διαφορετικό για να το πουλήσει μετά και σε συνέχειες όπως φαίνεται και από το τέλος της ταινίας που μόνο ραντεβού δεν μας έδωσαν στους κινηματογράφους για του χρόνου. Ωραίες σκηνές, λίγη αγωνία, λίγο αίμα, λίγη παραμόρφωση, βάλε και κανα ευρηματικό θάνατο και έχεις την συνταγή της επιτυχίας για κάθε πορωμένο των horror movies που θα χαρεί πολύ βλέποντας την ταινία σου. Αυτό γίνεται και εδώ. Ελπίζω να συνεχίσει για καιρό αυτή η μόδα και να βλέπουμε όλο και περισσότερο τους φίλους μας τα τέρατα. Και με ευχαρίστηση παρατηρώ ότι όντως συνεχίζει, καθώς η επόμενη ταινία που θα δω είναι το ολοκαίνουριο Daybreakers, με vampires!

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010

Afghan Wings - Neglekted



Τι άλλο θα μπορούσε να ακολουθήσει την προηγούμενη ανάρτηση από ένα άκρως σεξουαλικό τραγούδι

Snuff - Chuck Palahniuk


Βιβλίο θα σχολιάσω αυτή τη φορά, με πιο κινηματογραφικά πάντως σχόλια και όχι αποκλειστικά λογοτεχνικά. Για όσους δεν θυμούνται ο Chuck Palahniuk έγραψε το Fight Club (που όλοι το έχουμε δει) και το Choke (που δεν το'χω δει). Διάβαζα έτσι αυτό το βιβλίο θέλοντας να διαπιστώσω κατά πόσο θα μπορούσε να γίνει ταινία και πόσο καλή ενδεχομένως. Είναι ένα κόλλημα που έχω με όλα τα βιβλία που διαβάζω και όλα τα θέατρα που παρακολουθώ.
Το βιβλίο είναι πολύ καλό. Με έναν άμεσο, γρήγορο και λίγο αναρχικό σε σημεία τρόπο γραφής, ακολουθεί τις προσωπικές ιστορίες 3 ανδρών που βρίσκονται στα γυρίσματα μιας ταινίας πορνό, στην οποία ταινία ένα μεγάλο όνομα της βιομηχανίας, η Cassie Wright, επιχειρεί να σπάσει το παγκόσμιο ρεκόρ του μεγαλύτερου οργίου με 600 άντρες να περνούν πάνω από το ξαπλωμένο της κορμί. Ξεδιπλώνει τις προσωπικές ιστορίες των τριών αυτών ανδρών και τους λόγους που τους οδήγησαν να βρεθούν σε αυτό το γύρισμα, καθώς επίσης και της Cassie Wright αλλά και της βοηθού της, της Sheila.
Βλέπουμε το πάθος που έχει η Cassie Wright να μείνει στην κινηματογραφική ιστορία όπως προκύπτει από τον σχολιασμό που η ίδια κάνει σε μικρές προσωπικές ιστορίες αστεριών του Hollywood που δεν διστάζουν να φτάσουν στα άκρα προκειμένου να κυνηγήσουν την δόξα. Έτσι και αυτή λοιπόν δεν διστάζει να παραδεχτεί ότι ο θάνατός της πάνω στα γυρίσματα θα ήταν ακόμα και κάτι επιθυμητό ώστε επιτύχει αυτόν της τον σκοπό.
Το μυθιστόρημα μοιάζει αποκρουστικό, βρώμικο, παρακμιακό αλλά συνάμα και πολύ ρεαλιστικό και ανθρώπινο σκιαγραφώντας όλες τις πτυχές της προσωπικότητας και των πέντε ηρώων του.
Δεν θα περιγράψω άλλο την υπόθεση για να μην χαλάσω την έκπληξη αλλά και την χαρά της ανακάλυψης των μελλοντικών αναγνωστών.
Αν θα μπορούσε να γίνει ταινία αυτό το βιβλίο; ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ!
Όχι γιατί δεν έχει το υλικό που θα μπορούσε να συνθέσει μια πολύ ωραία ταινία, αλλά γιατί δεν μπορεί να γυριστεί μια ταινία με σκηνικό ένα όργιο με μερικές εκατοντάδες γυμνούς άντρες και μια ηθοποιό σε ετοιμότητα να τους υποδεχθεί στα σκέλια της.
Η βρωμιά που αποπνέει το βιβλίο του Palahniuk, η λεπτομερής ανάλυση του κολλώδους, βρώμικου, δύσοσμου και αηδιαστικού δωματίου σε συνδυασμό με την συνεχή προσπάθεια των αντρών να είναι σε "ετοιμότητα" για την στιγμή που θα τους φωνάξουν να περάσουν ένα λεπτό πάνω στο μουδιασμένο κορμί της πορνοστάρ, καθιστούν το σενάριο αυτό απαγορευτικό για οποιονδήποτε σκηνοθέτη που ζει πάνω σε αυτόν τον πλανήτη ή πρόκειται να γεννηθεί στα επόμενα χρόνια. Δεν ξέρω πως θα είναι ο κινηματογράφος σε 50 χρόνια από τώρα βέβαια. Έχουμε δει ταινίες με καθαρά σεξουαλικό προσανατολισμό αλλά και βαθύτερα νοήματα, όπως για παράδειγμα το 9 Songs ή το Intimacy, αλλά όλες απενοχοποιούν τις σκηνές sex ποντάροντας στην ανάπτυξη τρυφερότητας και συναισθημάτων ανάμεσα στο ζευγάρι.
Ο Palahniuk απενοχοποιεί την πορνογραφία βγάζοντας από το sex κάθε συναισθηματισμό και τρυφερότητα. Τόσο η κοινωνία όσο και εγώ δεν νομίζω ότι είμαστε έτοιμοι να παραβλέψουμε οπτικά τόσο σπέρμα και ιδρώτα προκειμένου να δούμε τα βαθύτερα νοήματα μιας τέτοιας ταινίας. Ας περιοριστούμε στην ανάγνωση...