Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Copie conforme - Abbas Kiarostami 2010


Για ακόμα μια φορά ο Abbas Kiarostami αποδεικνύει πόσο ξεχωριστός δημιουργός είναι. Φεύγει από τα γνωστά του ιρανικά ποιητικά μονοπάτια και μας προσφέρει ένα υπέροχο ταξίδι στην Τοσκάνη με αφορμή μια συζήτηση ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα. Ο James Miller είναι ένας συγγραφέας ο οποίος βρίσκεται στην Ιταλία για την προώθηση του νέου του βιβλίου που έχει τον τίτλο Copie conforme και εξετάζει ζητήματα όπως η αυθεντικότητα, η αξίας ενός αντίγραφου, η αντίληψη περί τέχνης, η προέλευση της έμπνευσης του καλλιτέχνη, η υποκειμενικότητα, καταλήγοντας έτσι στο συμπέρασμα ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει αυθεντικότητα μιας και όλα είναι αντίγραφα της αληθινής ζωής.
Η Juliette Binoche παίζει τον ρόλο μιας γυναίκας η οποία ενθουσιασμένη από το βιβλίο καλεί τον συγγραφέα να περάσουν ένα απόγευμα μαζί προκειμένου να συζητήσουν για το βιβλίο του και την τέχνη γενικότερα.
Μπορεί αρχικά η ταινία να μοιάζει με μια ρομαντική ταινία γύρω από την γνωριμία και το δειλό φλερτ μεταξύ δύο γοητευτικών, έξυπνων και μορφωμένων ανθρώπων, σιγά-σιγά όμως αρχίζει να παίρνει άλλη διάσταση. Οι χαρακτήρες και η σχέση μεταξύ τους εξελίσσεται σταδιακά μέσα από μικρές κινήσεις των ηθοποιών και σεναριακές νήξεις, οπότε όταν παρακολουθεί ο θεατής στη συνέχεια τα πάντα να παίρνουν μια νέα τροπή αρχίζει μέσα στο μυαλό του να αναθεωρεί και να επανεξετάζει και όλα όσα είδε μέχρι τότε. Το εκπληκτικό σενάριο του Abbas κρατά σε εγρήγορση τον θεατή όχι μόνο λόγω του εξαιρετικού ενδιαφέροντος που παρουσιάζει η συζήτηση που έχουν αλλά και γιατί όλα αρχίζουν να παίρνουν πολλές διαστάσεις και έτσι ο θεατής μπορεί να κάνει πολλαπλές αναγνώσεις των όσων διαδραματίζονται μπροστά του.
Τελικά ακόμα και η ίδια μας η ζωή μήπως είναι απλά ο τρόπος με τον οποίο υποκειμενικά αντιλαμβανόμαστε όσα συμβαίνουν γύρω μας; Μια ψεύτικη ζωή που κατασκευάζουμε έχει την ίδια αξία με την πραγματική ή στο τέλος καταλήγουν να συμπλέκονται τόσο πολύ που τα όρια μεταξύ τους γίνονται όλο και πιο θολά με την πάροδο του χρόνου; Πέρα όμως από αυτά τα φιλοσοφικά στην ουσία ζητήματα που ανακύπτουν, η ταινία δρα και σαν ένα μέσο προκειμένου να επικοινωνήσει ο σεναριογράφος με το κοινό και να θέσει και ερωτήματα σχετικά με την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων και κυρίως των ζευγαριών. Η επικοινωνία και κυρίως τα προβλήματα σε αυτήν αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αυτά γίνονται αντιληπτά από τους γύρω είναι από τα καίρια θέματα προβληματισμού της ταινίας.
Επιλέγω να μην αναλύσω την ταινία αναφέροντας περισσότερα στοιχεία γύρω από το σενάριό της για να μην χαλάσω από κανέναν αυτήν την διαδικασία ανακάλυψης των πολλαπλών επιπέδων που κρύβονται πίσω της. Είναι σίγουρα μια απαιτητική ταινία. Δεν απαντάει σε ερωτήματα. Δεν επιθυμει ο Abbas να κάνει το σχόλιό του πάνω στα ζητήματα που ενσυνείδητα ή και ασυνείδητα θίγει. Με έναν υποσυνείδητο τρόπο κεντρίζει τον θεατή και τον προκαλεί να αποφασίσει ο ίδιος τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την ταινία.
Η ερμηνεία της Juliette είναι καταπληκτική μέσα στην απλότητά της. Δεν μοιάζει με χαρακτήρα αλλά με πραγματικό άνθρωπο. Γελάει, θυμώνει, φωνάζει, ενθουσιάζεται ή ντρέπεται με μια τέτοια φυσικότητα που ξεχνάς ότι παρακολουθείς ταινία.
Σκηνοθετικά η ταινία δεν θυμίζει καθόλου Kiarostami. Δεν υπάρχουν αργά, μακρινά πλάνα ή ό,τι άλλο τον χαρακτηρίζει στις ταινίες του. Με μια απλότητα παρακολουθεί τους ήρωές του, λες και δεν υπάρχει κάμερα. Αφήνει τα λόγια και τις ερμηνείες να κλέψουν την παράσταση, δημιουργώντας απλά ένα όμορφο περιβάλλον με τα τοπία της Τοσκάνης μέσα στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία. Αυτό δίνει μια φρεσκάδα στην ταινία που την χρειάζεται γιατί αν και οι διάλογοι είναι πολύ ευχάριστοι, όλα αυτά τα ερωτήματα που θέτει στον θεατή, αν συνδυάζονταν με την ιδιαίτερη σκηνοθετική ματιά του Abbas, όπως μας την έχει δείξει στο παρελθόν, θα καθιστούσαν την ταινία ιδιαίτερα δύσκολη για τον θεατή.
Προσεγγίστε με προσοχή, καλή διάθεση και καθαρό μυαλό προκειμένου να χαθειτε λίγο μέσα της και δεν θα απογοητευτείτε.

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Submarino - Thomas Vinterberg 2010

Ένας σκηνοθέτης που έχει στο ενεργητικό του ένα αριστούργημα σαν το Festen επόμενο είναι να μας απασχολεί κάθε φορά που βγάζει καινούρια ταινία. Οι μετέπειτα ταινίες του όμως δεν μπόρεσαν να συγκριθούν με το Festen και ο ίδιος δεν κατάφερε να ακολουθήσει την πορεία του Lars Von Trier. Παρόλα αυτά όμως μας προσφέρει ταινίες που είναι αρκετά καλές ώστε να συντηρούν το κινηματογραφικό ενδιαφέρον γύρω από το όνομά του. Μια τέτοια ταινία είναι και το Submarino. Είναι μια καλή ταινία, αρκετά δύσκολη λόγω του ψυχοπλακωτικού θέματός της, ενδιαφέρουσα και σκηνοθετικά, που όμως δεν έχει να πει πάρα πολλά και γρηγορα θα ξεχαστεί.
Τα οικογενειακά προβλήματα και ο αντίκτυπος που έχουν αυτά στα παιδιά είναι πάλι το θέμα του Vinterberg, χωρίς όμως την εμβάθυνση και το συναισθηματικό βάρος που επέδειξε στο Festen. Δεν θα συνεχίσω όμως τη σύγκριση που αναπόφευκτα μου έρχεται στο μυαλό μου γιατί ούτε μοιάζουν παραπάνω οι δυο ταινίες μεταξύ τους ούτε είναι δίκαιο για τον καλλιτέχνη να τον κατατρέχει στην πορεία του ένα παλαιότερό του αριστούργημα.
Η ιστορία του είναι απλή. Δύο αδέρφια που μεγάλωσαν με μια αλκοολική και πραγματικά κατεστραμένη και απούσα μητέρα, ειδικά μετά από ένα περιστατικό στην παιδική τους ηλικία φαίνεται να έχουν στιγματιστεί ψυχικά για όλη την υπόλοιπη ζωή τους. Τους παρακολουθουμε έτσι σε ηλικία κοντά στα 30 πλέον, οπότε και ξαναβρίσκονται μετά από πολλά χρόνια, να προσπαθούν να συμβιβαστούν με την ίδια την ύπαρξη της ζωής. Έχουν παραιτηθεί προ πολλού από τις χαρές που μπορεί η ζωή να προσφέρει σε έναν άνθρωπο και οδηγούν τον εαυτό τους με μαθηματική ακρίβεια προς την καταστροφή. Μια σειρά από λανθασμένες επιλογές θα φέρει την σχεδόν ποθητή από τους ίδιους καταστροφή τους. Οι λανθασμένες όμως επιλογές φαίνεται ότι αποτελούσαν τον οδηγό βάσει του οποίου ζούσαν μέχρι και σήμερα, όπως προκύπτει και από τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι αποδέχονται πλέον με απόλυτη φυσικότητα τη μοίρα τους χωρίς να σκέφτονται ούτε μια στιγμή να την αλλάξουν.
Το παρελθόν τους κατατρέχει και ασφυκτικά δεμένο γύρω από το λαιμό τους, τους βυθίζει αργά αλλά σταθερά μέσα στον βούρκο. Δεν είναι όμως μόνο η ιστορία που δημιουργεί αυτήν την αίσθηση, αλλά και η σκηνοθεσία του Vinterberg. Τα πλάνα του μοιάζουν μοναχικά και καταθλιπτικά, σαν να αποκόπτουν τους ήρωές του από τους υπόλοιπους ανθρώπους, ακόμα και από αυτούς που βρίσκονται γύρω τους. Όλη η υπόλοιπη κοινωνία μοιάζει να βρίσκεται απομακρυσμένη στο φόντο της μίζερης και μοναχικής ζωής των δύο αντρών. Ακόμα και η ατμόσφαιρα της ταινίας και τα σκοτεινά και μουντά σκηνικά όπου όλα διαδραματίζονται δεν δίνουν καμία ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Μόνη ηλιαχτίδα ο 6χρονος γιος του ενός. Γρήγορα όμως μέσα στο μυαλό του θεατή γεννιέται η επιθυμία να απομακρυνθεί το παιδί από αυτό το περιβάλλον για να μην καταλήξει σαν αυτούς.
Δεν προσφέρει δηλαδή πολλά ο Vinterberg στον θεατή. Το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο, η κατάθλιψη εμφανής, τα ψυχολογικά προβλήματα πολλά. Δεν είναι βαρετή, αντιθέτως μάλιστα έχει μια ωραία ροή η ταινία που κρατάει τον θεατή, αλλά μετά το τέλος δημιουργεί και την απορία γιατί ακριβώς υπάρχει αυτή η ταινία; Ίσως ο Vinterbeg ήθελε να δείξει πως είναι στην πραγματικότητα η ζωή τέτοιων κατεστραμένων ανθρώπων, η οποία δεν έχει διεξόδους, ξεσπάσματα, ηθικά διδάγματα ή πλούσια συναισθήματα.
Αυτό, ναι, το πέτυχε.

Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010

The Temptation of St. Tony - Veiko Ounpuu 2009

Ο Veiko Ounpuu είχε βραβευθεί το 2007 στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης για την σκηνοθεσία του στην ταινία Sugisball. Η καινούργια ταινία του Εσθονού σκηνοθέτη έκανε ιδιαίτερη αίσθηση φέτος στο φεστιβάλ Sundance. Από τις πρώτες κιόλας σκηνές εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς τον λόγο.
Το The Temptation of St. Tony είναι μια ταινία που οπτικά συναρπάζει. Ακολουθώντας ο Ounpuu τα κινηματογραφικά διδάγματα σκηνοθετών όπως ο Tarkovsky, o Bela Tarr, o Sharunas Bartas κτλ, επιχειρεί να μας οδηγήσει σε ένα ταξίδι εσωτερικής αναζήτησης ντυμένο με αριστοτεχνικές εικόνες, πραγματικά υποδείγματα κινηματογραφικής φωτογραφίας και σκηνογραφίας. Και ως ένα βαθμό τα καταφέρνει.
Πρωταγωνιστής είναι ο Tony, ένας τυπικός εκπρόσωπος της ανώτερης αστικής τάξης ο οποίος όμως μετά την κηδεία του πατέρα του αρχίζει να αναθεωρεί την μέχρι τότε ζωή του και να αναρωτιέται σχετικά με την στάση του ως προς την ζωή. Μέσα από ομολογουμένως περίεργες και εξωπραγματικές καταστάσεις που συναντά, ο ήρωας της ταινίας προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει ηθικά τον εαυτό του. Τον παρακολουθούμε να μπλέκει συνεχώς και να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης λόγω της υπερβολικής καλοσύνης που τον χαρακτηρίζει. Κινούμενος μέσα σε ένα τελείως παρακμιακό περιβάλλον με την υλική ευδαιμονία να μοιάζει θελκτική αλλά και παράταιρη μέσα στην γενική καταστροφή, αμφισβητεί ακόμα και το δικαίωμά του να συμβιβάζεται προκειμένου να μένει αγκιστρωμένος σε μια επίπλαστη ανώτερη κοινωνική τάξη. Ο Tony δεν είναι άγιος, αλλά ένας σύγχρονος μάρτυρας.
Το θέμα της ταινίας έχει επομένως ένα σημαντικό ειδικό βάρος που θα μπορούσε να καταστήσει την ταινία αντάξια των ταινιών των σκηνοθετών που προανέφερα. Ο Veiko Ounpuu αποδεικνύεται ένας έξοχος χειριστής της φωτογραφίας και της σκηνογραφίας, όμως δεν μπόρεσε να συνδυάσει επιτυχημένα την εικόνα με τα βαθύτερα νοήματα που ήθελε να περάσει. Θέλησε να δώσει στην ταινία έναν πιο ανάλαφρο χαρακτήρα δίνοντας στο σενάριο ενέσεις σουρεαλιστικού μαύρου χιούμορ και επιλέγοντας ερμηνευτικά μια κάπως κωμικοτραγική αποτύπωση του χαρακτήρα του Tony από τον ηθοποιό Taavi Eelmaa.
Η διαχείριση όμως του μαύρου χιούμορ και του σουρεαλισμού με τέτοιο τρόπο ώστε να μην χάνεται η βαρύτητα της εικόνας και του νοήματος της ταινίας είναι μια δύσκολη υπόθεση και ο Ounpuu φαίνεται να μην τα κατάφερε πλήρως. Οι καταστάσεις που παρουσιάζει είναι αρκετά υπερβολικές και ασύνδετες, ενώ και το χιούμορ επειδή δεν ήταν πολύ επιτυχημένο (καθαρά υποκειμενική άποψη βεβαίως), τελικά κατέληγε απλά να αφαιρεί από την ταινία τον χαρακτήρα της αφήνοντάς την κάπως μετέωρη και ψυχρή.