Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

PVC-1 - Σπύρος Σταθόπουλος και τα μονοπλάνα

Αφορμή για την ανάρτηση στάθηκε το PVC-1 του Σπύρου Σταθόπουλου που επιτέλους φιλοτιμήθηκα να δω, αλλά και το Pig του Adam Mason το οποίο είδα πριν καμιά δεκαριά μέρες. Το κοινό στοιχείο μεταξύ των δύο ταινιών είναι ο τρόπος με τον οποίο γυρίστηκαν. Και οι δύο αποτελούν ουσιαστικά ένα μεγάλο μονοπλάνο. Το PVC-1 αποτελείται εξ'ολοκλήρου από ένα μονοπλάνο 85 λεπτών, ενώ το Pig περιλαμβάνει ένα μονοπλάνο 70 λεπτών που πλαισιώνεται από λίγο μοντάζ στην αρχή και το τέλος της ταινίας.
Όντας λάτρης του Ταρκόφσκι, του Αλεξάντερ Σοκούροφ ή του Bella Tarr, λατρεύω και τα μονοπλάνα. Συνήθως όμως αυτά αποτελούν ένα μέρος μόνο της ταινίας και συμβάλλουν στην δημιουργία ατμόσφαιρας εκεί που χρειάζεται. Το να γυριστεί μια ολόκληρη ταινία σε ένα πλάνο είναι ένα πολύ δύσκολο επίτευγμα τεχνικά που με πολλές και εξαντλητικές πρόβες μπορεί στο τέλος να υλοποιηθεί. Το ζήτημα είναι όμως ότι μια ταινία δεν μπορεί να ποντάρει μόνο στο τεχνικό κομμάτι. Πρέπει να έχει και ένα σενάριο το οποίο θα μπορεί να στηρίξει αυτήν την ιδιαίτερη και δύσκολη επιλογή του σκηνοθέτη ώστε να βγει ένα συνολικό αποτέλεσμα το οποίο θα ικανοποιήσει τον θεατή και θα δικαιολογήσει και την ύπαρξη του μονοπλάνου. Το φημολογουμενο (δεν το'χω δει οπότε δεν παίρνω θέση) αριστούργημα του Sokurov Ρώσικη Κιβωτός δεν είναι κανονική ταινία, με υπόθεση εννοώ.
Και οι δυο αυτές ταινίες όμως προσπαθούν να πουν μια ιστορία.
Στην περίπτωση του PVC-1 παρακολουθούμε την περιπέτεια μιας οικογένειας στην Κολομβία που δέχεται επίθεση από κακοποιούς οι οποίοι τοποθετούν μια ωρολογιακή βόμβα στο λαιμό της μητέρας μέσα σε έναν σωλήνα από PVC. Η ιστορία παρουσιάζει ένα έντονο ενδιαφέρον, ιδιαίτερα λόγω του χώρου όπου εξελίσσεται η ιστορία, η επαρχία της Κολομβίας. Αν γυριζόταν η ίδια ταινία στην Ελλάδα θα είχε μ ια άλλη χροιά. Θα αντιλαμβανόμασταν τους κακοποιούς αυτούς ως σαδιστές και διαταραγμένους εγκληματίες. Το γεγονός όμως ότι όλα διαδραματίζονται σε μια επαρχία της Κολομβίας, δίνει στην ταινία και μια κοινωνική διάσταση στην ταινία κάνοντας τον θεατή να αναλογιστεί σε τι επίπεδα μπορεί όντως να έχει φτάσει η εγκληματικότητα σε κάποιες περιοχές του πλανήτη μας. Η επιλογή όμως του Σταθόπουλου να το γυρίσει σε μονοπλάνο με προβλημάτισε τελικά. Είναι πολύ δύσκολο πράγμα να κρατήσεις την ίδια ένταση στηνν ταινία στην ταινία και να επιτύχεις την σωστή κλιμάκωσή της με το μονοπλάνο. Απαιτεί ένα τέτοιο εγχείρημα τεράστια εμπειρία και ταλέντο. Η ταινία μου άφησε καλές εντυπώσεις. Αν είχε γυριστεί με άλλο τρόπο, δηλαδή με την χρήση μοντάζ, καταλήγω ότι θα ήταν ακόμα καλύτερη. Θα μπορούσε να είναι πιο στοχευμένη η ματιά του και να συλλάβει με την κάμερά του και άλλες αντιδράσεις και συναισθήματα, να δημιουργήσει μια καλύτερη ατμόσφαιρα και να επενδύσει περισσότερο στην κλιμάκωση της έντασης, αφήνοντας έτσι την ωραιά του ιστορία να επικρατήσει σε αντίθεση με αυτό που γίνεται τώρα όπου όλοι την θυμόμαστε για το μονοπλάνο ξεχνώντας το πραγματικό νόημα της ταινίας. Το ζήτημα είναι ότι υπήρχαν στιγμές στην ταινία όπου υπήρχε μια κοιλιά, κάνοντάς με να εστιάζω πάλι στο μονοπλάνο και να απορώ γιατί δεν μπορούσε να βάλει λίγο μοντάζ. Τον παραδέχομαι όμως τον Σταθόπουλο γιατί για πρώτη ταινία δεν είναι και λίγο να καταφέρεις κάτι τόσο δύσκολο και μάλιστα με αρκετή επιτυχία.
Με το Pig ο Adam Mason προσπαθεί να μας παρουσιάσει μια άλλη διάσταση των ταινιών τρόμου. Στις περισσότερες ταινίες τρόμου (με εξαίρεση τα slasher όπου οι φόνοι είναι γρήγοροι) βλέπουμε μόνο στιγμές από τα μαρτύρια που περνάν τα θύματα στα χέρια των δολοφόνων τους. Στο Pig για 70 λεπτά παρακολουθούμε σε πραγματικό χρόνο τον βασανισμό 2 νεαρών γυναικών και ενός νεαρού από έναν τύπο που αποτελεί το κλασικό στερεότυπο του ψυχικά διαταραγμένου επαρχιώτη του αμερικάνικου νότου. Αιμομιξίες, κανιβαλισμοί, αγριότητα, ωμή βία και ουρλιαχτά διανθίζουν την στοχευμένη στο σοκ και τον εντυπωσιασμό ταινία. Το Pig δεν είναι μια καλή ταινία. Για κάτι άρρωστους σαν εμένα με τα horror films είναι μια χαρά, αλλά αντικειμενικά μιλώντας είναι μάλλον μια κακή ταινία. Έχει όμως κάτι εκπληκτικό. Την κίνηση της κάμερας. Σενάριο της προκοπής δεν υπάρχει για να ακολουθήσει ο καμέραμαν, αλλά παρόλα αυτά κατάφερε για 70 λεπτά να μου κρατήσει ακέραια την προσοχή απολαμβάνοντας την ευρηματικότητα της κίνησης της κάμερας. Αν δηλαδή είχε συνεργαστεί η ομάδα του Adam Mason με τον Σταθόπουλο στο PVC-1, θα είχαμε ένα εκπληκτικό αποτέλεσμα. Παρόλα αυτά προτείνω το PVC-1 γιατί είναι μια καλή ταινία. όσοι θέλουν να δώσουν μια ευκαιρία στο Pig, ας δουν κανα εικοσάλεπτο και αν δεν ικανοποιηθούν από την κινηματογράφηση ας δουν τα τρια τελευταία λεπτα και ας το κλείσουν. Δεν θα χάσουν και τίποτα άλλο από τα ενδιάμεσα.

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Les abysses - Νίκος Παπατάκης 1963

Λίγο πριν τις γιορτές πληροφορήθηκα τον θάνατο του ξεχασμένου αλλά μεγάλου Έλληνα σκηνοθέτη Νίκου Παπατάκη. Τον λέω ξεχασμένο γιατί παρόλο που έχει γυρίσει μια από τις καλύτερες, για μένα τουλάχιστον, ελληνικές ταινίες όλων των εποχών, το όνομά του δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό. Όταν πριν από χρόνια είδα στην τηλεόραση την ταινία του "Βοσκοί" ή "Βοσκοί της συμφοράς" ή "Les pâtres du désordre" στα Γαλλικά, είχα ενθουσιαστεί με τον άγριο συναισθηματισμό της ταινίας και την εντυπωσιακή σκηνοθεσία της με αποτέλεσμα να την εκτιμήσω όσο λίγες ελληνικές ταινίες έχω εκτιμήσει.
Ο θάνατος του Παπατάκη σε ηλικία 92 ετών με ώθησε να ψάξω πάλι τις δυσεύρετες ταινίες του. Η μόνη που βρήκα ήταν το Les abysses. Μου απέδειξε για άλλη μια φορά το ταλέντο του με την ταινία του αυτή. Μπορεί να μην την βρήκα τόσο καλή όσο του Βοσκούς αλλά δεν παύει να είναι μια πολύ καλή ταινία, ενδεικτική για την πορεία που επρόκειτο να ακολουθήσει ο Παπατάκης.
Αφορμή για την ιστορία που μας αφηγείται στάθηκε ένα περιστατικό που είχε συγκλονίσει την Γαλλική κοινωνία το 1930, το έγκλημα των αδερφών Παπίν, που δολοφόνησαν τα αφεντικά τους στο σπίτι όπου εργάζονταν ως υπηρέτριες. Το περιστατικό αυτό έθιξε πολλά ταμπού και προκάλεσε έντονες συζητήσεις σε ακαδημαϊκούς αλλά και φιλοσοφικούς κύκλους. Η εξέγερση της εργατικής τάξης απέναντι στην καταπίεση των αφεντικών αλλά και η ομοφυλοφιλία και η αιμομιξία (καθώς οι αδερφές φαίνεται να είχαν και ερωτικές σχέσεις μεταξύ τους), συντάραξαν την Γαλλική κοινωνία αφήνοντας ανοιχτές πληγές που δεν είχαν κλείσει ούτε καν μετά από 36 χρόνια όπως φαίνεται από τις αντιδράσεις που προκάλεσε η προβολή της ταινίας στο φεστιβάλ των Καννών το 1963.
Με το ίδιο θέμα ασχολήθηκε και ο Claude Chabrol στο La ceremonie. Ο Παπατάκης όμως με το Les abysses κάνει μια πολύ διαφορετική ταινία σε σχέση με την πολύ καλή ταινία του Chabrol.
Από την αρχή κιόλας δημιούργησε μια άρρωστη, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, που ξεχείλιζε από την οργή των δύο γυναικών οι οποίες ήταν εγκλωβισμένες μέσα σε αυτή την κατάσταση χωρίς καμία ελπίδα διεξόδου καθώς επειδή δεν είχαν πληρωθεί για τρία ολόκληρα χρόνια δεν είχαν καν την δυνατότητα να εγκαταλείψουν το σπίτι αυτό και να αναζητήσουν την τύχη τους κάπου αλλού. Η οργή τους αυτή άρχισε να αγγίζει τα όρια της παράνοιας όταν τα αφεντικα τους επισκεύτηκαν απροειδοποίητα το σπίτι το οποίο όντας απομονωμένο μέσα στην ερημιά, έμοιαζε με μια εξορία για τις δύο κοπέλες. Η κατάσταση άρχισε να φεύγει από τον έλεγχο τόσο έντονα που η ταινία άρχισε να αποκτά μια περίεργη ατμόσφαιρα που κατέληγε να ακροβατεί μεταξύ του σουρεαλισμού, του τρόμου και του ακραίου ψυχολογικού δράματος.
Η έντονη θεατρικότητα των ερμηνειών που προέκυπτε μέσα από μια υπερβολη στις κινήσεις των ηθοποιών και τα ακραία συναισθηματικά τους ξεσπάσματα, ενίσχυε αυτή την περίεργη και άβολη αίσθηση που αφήνει στον θεατή η ταινία, ο οποίος αρχίζει και αυτός σταδιακά να παρασύρεται από το πνεύμα της ταινίας περιμένοντας την καταστροφή, μη γνωρίζοντας όμως πότε και πως αυτή θα προκύψει.
Η ταινία ασχολείται περισσότερο με την ψυχοσύνθεση των δύο γυναικών εκείνο το βράδυ της καταστροφής. Δεν αναζητά τους λόγους που τις ώθησαν εκεί. Τις παρουσιάζει ήδη να βρίσκονται εκτός ορίων. Δεν νομίζω η ταινία να ακολουθεί τα πραγματικά περιστατικά. Από τα λίγα που διάβασα για τις αδερφές Papin, φαίνεται ότι το έγκλημά τους διαπράχθηκε κάπως διαφορετικά. Η εκδοχή που παρουσιάζεται στην ταινία αυτή δεν αναζητά την αλήθεια γύρω από τα γεγονότα. Στηρίζεται σε αυτά προκειμένου να μας δώσει ένα πιο υπερβολικό, άμεσο και βίαιο Repulsion, αν μπορούν να μου επιτραπούν οι όποιες συγκρίσεις. Δεν ασχολήθηκε άλλωστε καθόλου με την σχέση μεταξύ των δύο αδελφών και τις περίεργες κατευθύνσεις που είχε λάβει στην πραγματικότητα, παρουσιάζοντας απλά τις δύο ηρωίδες του να είναι πλήρως εξαρτημένες η μια από την άλλη. Δεν γνωρίζω τον λόγο για τον οποίο το έκανε αυτό αλλά υποπτεύομαι ότι θέλησαν να αποφύγουν νέες προκλήσεις του κοινού αισθήματος.
Ομολογουμένως περίεργη και δύσκολη ταινία που όμως δεν έχω σταματήσει να την σκέφτομαι εδώ και 24 ώρες. Ελπίζω να βρω και άλλες ταινίες του Παπατάκη σύντομα. Σας προτείνω ανεπιφύλακτα τους Βοσκούς πάντως