Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Passenger - Andrzej Munk & Witold Lesiewicz 1963

Ο Andrzej Munk είχε μια σύντομη αλλά πολύ ελπιδοφόρα κινηματογραφική καριέρα. Πεθαίνοντας όμως σε ηλικία 40 ετών κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του Passenger άφησε την τελευταία του αυτή ταινία ημιτελή. Ο βοηθός του Witold Lesiewicz θέλοντας να τιμήσει την μνήμη του Munk αποφάσισε να κυκλοφορήσει την ταινία του Munk, αλλά για να μη χαθεί το πνεύμα του Munk από την ταινία, χρησιμοποίησε όσα πλάνα είχε προλάβει να γυρίσει, και κάλυψε τις υπόλοιπες σκηνές με φωτογραφίες. Προφανώς τις είχε βγάλει ο Munk σε μια προσπάθειά του πάνω στις πρόβες να εξακριβώσει το τρόπο με τον οποίο θα ολοκλήρωνε την ταινία του. To La Jetee του μεγάλου δημιουργού Chris Marker, που είχε γυριστεί με αυτόν τον τρόπο την προηγούμενη χρονιά, θα ήταν σίγουρα η έμπνευση του Lesiewicz προκειμένου να μπορέσει να δώσει στο Passenger μια μορφή που θα το καθιστούσε ταινία και όχι σκόρπια πλάνα.
Η ταινία πραγματεύται την ανθρώπινη μνήμη και πως αυτή μπορεί να διαστρεβλώσει την πραγματικότητα, όχι όμως και να καταπνίξει την αλήθεια. Αρκετά χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, η Λίζα, μια πρώην αξιωματικός του Γερμανικού στρατού, πάνω σε ένα πλοίο βλέπει μια επιβάτιδα που της ξυπνάει μνήμες από τον πόλεμο. Αρχίζει έτσι να αφηγείται στον σύζυγό της αυτές της τις αναμνήσεις από το στρατόπεδο. Ενώ όμως στην πρώτη της αφήγηση παρουσιάζει τον εαυτό της σαν προστάτιδα της φυλακισμένης τότε Μάρτα, στη συνέχεια μέσα από μια συνάντηση με την επιβάτιδα οι πραγματικές μνήμες αρχίζουν να αναδύονται αποκαλύπτοντας και στην ίδια πλέον μια ζοφερή πραγματικότητα που η μνήμη της είχε επιλέξει να κρύψει κάτω από ένα πέπλο αυταπάτης για τον ρόλο της στον πόλεμο.
Παίζει έτσι ο Munk με το ζήτημα της μνήμης και φυσικά της συλλογικής μνήμης που βοήθησε όλους τους ανθρώπους μεταπολεμικά να ξεχάσουν και να συνεχίσουν την ζωή τους αφήνοντας πίσω τους όλον τον παραλογισμό που έζησαν τα προηγούμενα χρόνια.
Δυστυχώς κατάφερε να ολοκληρώσει μόνο τα flashback στο στρατόπεδο συγκέντρωσης ο Munk. Η ιστορία πάνω στο πλοίο που διαδραματίζεται στο παρόν παρουσιάζεται στον θεατή από φωτογραφίες και την αφήγηση του Lesiewicz που προσπαθεί να εξηγήσει τι προσπαθεί η κάθε φωτογραφία να φανερώσει στον θεατή.
Οι ολοκληρωμένες σκηνές καταφέρνουν να μεταδώσουν πλήρως το πνεύμα της ταινίας. Είναι αριστοτεχνικά γυρισμένες, με μικρές λεπτομέρειες που φανερώνουν το ταλέντο του σκηνοθέτη. Θέλοντας να κρατήσει την αίσθηση ότι παρακολουθούμε ουσιαστικά τις διαστρεβλωμένες από τον χρόνο αναμνήσεις της Λίζας, αφήνει να αιωρείται μια αίσθηση αβεβαιότητας. Η σχέση μεταξύ των δύο γυναικών, ο ρόλος της καθεμιάς μέσα στο στρατόπεδο, ο ηρωισμός, η απάθεια, ο σαδισμός, όλα μοιάζουν να υπονοούνται, να συνάγονται σιγά σιγά από μικρές κινήσεις, εκφράσεις και αντιδράσεις. Όπως δηλαδή και στο μυαλό της Λίζας που σταδιακά συνειδητοποιούσε την προ πολλού ξεχασμένη από την ίδια αλήθεια. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η ψυχρότητα με την οποία ο φακός του Munk αποτύπωνε τις φρικαλεότητες που συνέβαιναν στο στρατόπεδο, παρουσιάζοντάς τες σαν ένα απόλυτα φυσικό φόντο μιας παράστασης όπου πρωταγωνιστούν οι δύο γυναίκες.
Είναι μια δύσκολη κινηματογραφική εμπειρία η ταινία. Αν είχαν ολοκληρωθεί και τα πλάνα στο πλοίο, που φαντάζομαι ότι θα αποτελούσαν και το πιο εσωτερικό κομμάτι αυτογνωσίας και συνειδητοποίησης της αλήθειας, τότε ναι ίσως να μιλούσαμε για άλλο ένα αριστούργημα. Ο Lesiewicz όμως επέλεξε στην αφήγησή του να μιλήσει για τον Munk και πώς σκεφτόταν τις σκηνές αυτές, θυμίζοντας σχολιασμό της ταινίας από τον σκηνοθέτη στο dvd. Αν είχε αφήσει την Λίζα να αφηγείται την ιστορία της στο πλοίο και τα συναισθήματά της τότε θα είχε καταφέρει να δώσει στην ταινία μια άλλη, ίσως ακόμα και απόκοσμη, διάσταση σε συνδυασμό φυσικά με την πρωτοποριακή για την εποχή παρουσίαση της εικόνας με φωτογραφίες και όχι κινηματογραφικά πλάνα. Εντούτοις όμως, η ταινία κυρίως λόγω του ταλέντου του Munk αλλά και των εύθραυστων ερμηνειών των δύο γυναικών (κυρίως της φυλακισμένης Μάρτα που μου θύμισε την Ζαν Ντ'Αρκ του Ντράγιερ) θα αποζημιώσει όσους αναζητούν κάτι διαφορετικό στον κινηματογράφο.

8 σχόλια:

argiris-cinefil είπε...

Το έχει βάλει η ΕΤ1 δυο ή τρεις φορές αλλά επειδή κάπου διάβασα ότι είναι ημιτελής η ταινία δεν έκατσα να την δω. Έτσι διάβασα με πολύ ενδιαφέρον το κείμενό σου διότι ήθελα να μάθω που σου φάνηκε, όπου μου άρεσε πολύ η ανάλυσή σου.
Κρίμα που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ αυτή η ταινία.

King Ink είπε...

Και εγώ από την ΕΤ1 το είδα.
-"Εμπρός καλό μου βίντεο!"
Μου έκανε εντύπωση που την έχουν και στη λίστα με τις "1001 movies you must see before you die". Είναι μια λίστα που δίνει γενικά καλές κατευθύνσεις.
Αν σε ιντριγκάρει στον κινηματογράφο αυτό το μοναδικό, το ξεχωριστό, έστω κι αν δεν είναι κορυφαία η ταινία, τότε την επόμενη φορά δωσ'της μια ευκαιρία

argiris-cinefil είπε...

Αυτή η λίστα που λες, είναι από ένα εξαιρετικό βιβλίο, το οποίο και το 'χω. Αλλά δεν θυμόμουν ότι ήταν μέσα στην λίστα. Την επόμενη φορά που θα το βάλει σίγουρα θα το δω.

academy είπε...

Αχα!Μόλις ενημερώθηκα και θα το αναζητήσω.Εγώ που δεν έχω πλέον video τι να κάνω??Πιστεψε με είναι ένα πρόβλημα για σπάνιες ταινίες που θέλω να δώ,Αναπολώ τις παλιές καλές μου εγγραφές σε κασέτα(3ωρη παρακαλώ πάντα).

King Ink είπε...

Πέρασα πολλές ωρες απέναντι από ένα video στη ζωή μου. Ευτυχώς υπάρχει ο Μπακογιαννόπουλος και η Δώρα Αναγνωστοπούλου και μου δίνουν τη δυνατότητα να το χρησιμοποιώ ακόμα καμιά φορά.
Τι να κάνεις για τις σπάνιες ταινίες; Ξέρεις πολύ καλά τι. Έχω αποκαλύψει τις πηγές μου άλλωστε.

argiris-cinefil είπε...

Μα βρε παιδιά και τα DVD-recorder γιατί υπάρχουν;

King Ink είπε...

Τα dvd-recorder είναι πολύ πρόσφατα και δεν έχω κιόλας. Εμείς μιλάμε για τις αναμνήσεις πάνω από ένα βίντεο και τις σάπιες πλεόν βιντεοκασέτες με αριστουργήματα μέσα.
Τώρα πια με το internet, η τηλεόραση έχει φάει μαύρο.

academy είπε...

Εντάξει King!Θυμάμαι, την χρησιμοποιώ την πηγή.
Πολλές ώρες μπροστά και πάνω και πίσω απο το video.Για να μήν θυμηθώ όταν μου κράταγε την κασέτα μέσα.Εγχείρηση κανονικά!